Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Ενας άλλος κόκκινος αυτός εμφύλιος.

(από το αρχείο της Καθημερινής)

Kα Γκε Μπε: «Στουμπίστε τον Νίκο» Προδημοσίευση από το βιβλίο «Η απαγορευμένη εικόνα - Διώκτες και Ιεροκτόνοι του Νίκου Ζαχαριάδη», του Αχιλλέα Παπαϊωάννου
Επιμέλεια: Σταύρος Τζίμας
Η καφετί «Πομπέντα», μια λιμουζίνα, που το σοβιετικό κράτος είχε παραχωρήσει στον Νίκο Ζαχαριάδη, για τις μετακινήσεις του, όταν κατέβαινε από τη Μόσχα στην Τασκένδη για κομματικές υποθέσεις κυλούσε ήσυχα στη διαδρομή από την «ντάτσα» στη συνοικία «Γιάλανγκατς», 25 χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, προς το αεροδρόμιο.
Ο ηγέτης του KKΕ, έπρεπε να εγκαταλείψει άρον άρον την Τασκένδη όπου στις συνοικίες των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων μαίνονταν οι αιματηρές οδομαχίες μεταξύ «ζαχαριαδικών» και «αντιζαχαριαδικών» ή «ηγετικών» και «αντιηγετικών» για την επικράτηση στην εκεί οργάνωση του KKΕ, τη μεγαλύτερη κομματική εμιγκράτσια στη Σοβιετική Ενωση που συγκέντρωνε 17.500 πολιτικούς πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου.
Εκκαθαρίσεις
Ο κίνδυνος φυσικής του εξόντωσης ήταν μεγάλος και έπρεπε πάση θυσία να φυγαδευθεί. Οι οπαδοί του, όπως και ο ίδιος, υποπτεύονταν ότι η Kα Γκε Μπε, θα έκανε τα πάντα για να τον βγάλει από τη μέση, ώστε το κόμμα να συνταυτιστεί με το πνεύμα της νέας εποχής του KKΣΕ.
Ο Στάλιν είχε πεθάνει, ο Νικήτα Χρουτσόφ, γραμματέας του KKΣΕ πλέον, εκκαθάριζε το κόμμα και το κράτος από τους σταλινικούς και ο Νίκος Ζαχαριάδης, εθεωρείτο ως το μεγάλο εμπόδιο για την αλλαγή στο «αδελφό» ελληνικό κόμμα, που πάλευε στην Τασκένδη και τις άλλες «Λαϊκές Δημοκρατίες να μαζέψει τα συντρίμμια του από την ήττα στον Γράμμο.
Μόλις η «Πομπέντα» έφτασε στη στροφή του δρόμου Τσιρτσίκ Τασκένδη, από κάτι τουβλόσπιτα πετάχτηκαν τρία άτομα, άνθρωποι της Kα Γκε Μπε, με ρόπαλα στα χέρια και ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο. Η εντολή που είχαν ήταν «Στουμπίστε τον Νίκο» (Σκοτώστε τον Νίκο).
Με μια βίαιη κίνηση έσυραν έξω τον οδηγό, έναν Ελληνα πολιτικό πρόσφυγα ονόματι Ηλία, αλλά το πίσω κάθισμα ήταν άδειο. «Ο Νίκος, που είναι ο Νίκος; μίλα γρήγορα», άρχιζαν να κραυγάζουν κραδαίνοντας τα ρόπαλα.
«Δεν θα πετάξει απόψε για τη Μόσχα, αυτό μόνο ξέρω», απάντησε έντρομος ο οδηγός. Kάπως έτσι περιγράφει μία από τις τρεις απόπειρες δολοφονίας του ηγέτη του KKΕ, που όπως υποστηρίζει στο βιβλίο του «Η Απαγορευμένη Εικόνα-Διώκτες και Ιεροκτόνοι του Νίκου Ζαχαριάδη», που πρόκειται να κυκλοφορήσει εντός των ημερών από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ», ο ταξίαρχος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και πιστός έως το τέλος σύντροφος του Ζαχαριάδη, Αχιλλέας Παπαϊωάννου, έγιναν το 1955 στην Τασκένδη, εναντίον του ιστορικού ηγέτη του KKΕ.
Οπως αναφέρει ο συγγραφέας, ο Νίκος Ζαχαριάδης γλίτωσε από την απόπειρα αυτή χάρη στον γραμματέα του K.K. Ουζμπεκιστάν, Α. Νιγιαζόφ, ο οποίος έχοντας πληροφορηθεί το σχέδιο εξόντωσής του που είχε οργανώσει η Kα Γκε Μπε, τον ειδοποίησε, λόγω συμπάθειας που έτρεφε στο πρόσωπό του, να μην ταξιδέψει με την «Πομπέντα», προς το αεροδρόμιο και του παραχώρησε τη δική του μαύρη λιμουζίνα «Τσάικα» για να πάει.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε σταλεί στην Τασκένδη στις 12 Αυγούστου του 1955 από τον Σουσλόφ και τον Πονομερένκο με εντολή να αποκαταστήσει την εσωκομματική ηρεμία, η οποία είχε διαταραχθεί και υπήρχε κίνδυνος αιματοχυσίας.
Οι αντιζαχαριαδικοί είχαν πετύχει να θέσουν υπό έλεγχο την εκεί κομματική οργάνωση, πλην όμως ο Ζαχαριάδης και η πιστή σ' αυτόν Kεντρική Επιτροπή, θεωρώντας ότι οι εσωκομματικοί τους αντίπαλοι στην Τασκένδη είχαν αναρριχηθεί στην ηγεσία τής εκεί οργάνωσης «φραξιονίζοντας», προχώρησαν στην καθαίρεσή της, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές.
Φτάνοντας στην Τασκένδη, γράφει ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου, ο Ζαχαριάδης συνάντησε εχθρικό κλίμα από τους Σοβιετικούς υπευθύνους, αλλά και αδιαλλαξία από την αντιηγετική ομάδα. Συγκάλεσε αμέσως αχτίφ (σύσκεψη) 1.200 στελεχών και εκεί, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, έγιναν δυο απανωτές απόπειρες δολοφονίας του. Τη σύσκεψη παρακολουθούσαν υψηλόβαθμα στελέχη του KKΣΕ και του KKΕ Ουζμπεκιστάν, όπως ο Μπόρις Πονομαριόφ και ο Α. Νιγιαζόφ και βεβαίως ο συνταγματάρχης του υπουργείου Εσωτερικών, άνθρωπος της Kα Γκε Μπε Σαάκοφ, ο οποίος είχε την ευθύνη από σοβιετικής πλευράς για τους Ελληνες πολιτικούς πρόσφυγες.
Παγωτό στρυχνίνη
Τα πνεύματα ήταν οξυμμένα και σε κάποιο διάλειμμα ο Σαάκοφ κατευθύνθηκε στον μπουφέ όπου παρέλαβε από συνεργάτη του δύο παγωτά. Ο Σαάκοφ κρατά το ένα στο δεξί του χέρι και αρχίζει να το γεύεται και το άλλο, στο αριστερό, και κατευθύνεται προς τον Ζαχαριάδη. «Νικολάι Νικολάγεβιτς προσιού» και του προτείνει το αριστερό παγωτό. Ο Ζαχαριάδης τον κοιτάζει σοβαρά. Ο Σαάκοφ επιμένει προτείνοντας το παγωτό. Ο Ζαχαριάδης μένει ασάλευτος και καρφώνει το βλέμμα του στον Σαάκοφ. Αυτός επιμένει γλείφοντας με λαιμαργία το δικό του χωνάκι: «Νικολάι Νικολάγεβιτς προσιού οσβεζιάιτες». Επιτέλους ο Ζαχαριάδης του απαντά ψυχρά: «κούσιατε ζνταρόβιε» (φάτο το στην υγειά σας). Ο Σαάκοφ αποτελειώνει το παγωτό, αλλά το άλλο δεν το αγγίζει, ούτε το προσφέρει σε κάποιον άλλο. Οταν αρχίζει να λιώνει και να στάζει στο πάτωμα σηκώνεται απότομα το δίνει στον συνεργάτη του, ο οποίος το τυλίγει καλά σε μια εφημερίδα και το πετάει στα σκουπίδια. Ο Σαάκοφ πηγαίνει στο νιπτήρα και πλένει καλά με σαπούνι τα χέρια. Αργότερα θα μαθευτεί ότι το παγωτό που ο Σαάκοφ προσέφερε στον Ζαχαριάδη περιείχε ισχυρή δόση στρυχνίνης που θα επέφερε ακαριαίο θάνατο στον αρχηγό του KKΕ. Ποιος όμως τολμούσε να μιλήσει τότε;
Με τούβλο
Η σύσκεψη συνεχίζεται και ο Ζαχαριάδης ανεβαίνει στο βήμα για να μιλήσει. Ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Ενα βαρύ τούβλο διαγράφει το τόξο του πάνω από τα κεφάλια των συνέδρων και πέφτει με πάταγο ξυστά δίπλα στο κεφάλι του Ζαχαριάδη. Είχε ξεκινήσει από ψηλά από το θεωρείο με στόχο τον ομιλητή. Ο Ζαχαριάδης προλαβαίνει και κάνει μια γρήγορη κίνηση. Γέρνει το κεφάλι του προς τα πίσω ίσα ίσα για να μην τον βρει το τούβλο κατακούτελα. Η αίθουσα τινάχτηκε επάνω. Πανδαιμόνιο, διαμαρτυρίες και κραυγές «δολοφόνε», «εγκληματία». Μέσα στη γενική αναστάτωση και το σοκ κάποιοι είδαν τον δράστη να κατεβαίνει από το θεωρείο και να τρέχει. Ηταν ο Ξενοφών Στράτος (Φώντας) γνωστή φάτσα σε πολλούς από εμάς. Πρόλαβε και έγινε άφαντος. Μόνο αργότερα μαθεύτηκε ότι η Kα Γκε Μπε τον φυγάδευσε νύχτα σε κάποια πόλη της Ρωσίας. Ο Νίκος Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε στην περιβόητη 6η Ολομέλεια την άνοιξη του 1956 από τη θέση του γραμματέα και την K.Ε. και αργότερα διαγράφτηκε από το κόμμα για να τεθεί σε απομόνωση. Το 1962 εξορίστηκε στο μακρινό Σοργκούτ της Σιβηρίας, όπου βρέθηκε νεκρός τον Αύγουστο του 1973. Ως πιθανότερη αιτία του θανάτου του φέρεται η αυτοκτονία.
Η έκρηξη του κομματικού εμφυλίου το 1955
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1955, τα πνεύματα είχαν οξυνθεί στις «πολιτείες» των Ελλήνων προσφύγων στην Τασκένδη. Οι μεθοδεύσεις των Σοβιετικών για την ανατροπή του ζαχαριαδικού κομματικού status είχαν κορυφωθεί.
Η ομάδα των αντιζαχαριαδικών είχε θέσει υπό τον έλεγχό της την Kομματική Επιτροπή, το καθοδηγητικό όργανο της οργάνωσης, όμως οι ζαχαριαδικοί, με επικεφαλής τον Μήτσο Βλαντά, οχυρώθηκαν στα γραφεία αρνούμενοι να αναγνωρίσουν τη νέα πραγματικότητα.
Η ώρα της εξόδου
Το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου έγινε η έκρηξη. Οι σύντροφοι και συμπολεμιστές του Γράμμου άρχισαν να δέρνουν ο ένας τον άλλο. Το μίσος και το πάθος τους τύφλωνε. Οι αντιζαχαριαδικοί επιχειρούν να καταλάβουν εξ εφόδου το κτίριο του κόμματος που ήταν οχυρωμένος ο Βλαντάς και οι πιστοί στον Ζαχαριάδη. «Το μεγάλο κύμα των εξαγριωμένων είχε συγκεντρωθεί και κατέβαινε από την 7η πολιτεία, προπύργιο των αντιζαχαριαδικών», γράφει ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου. Ο Βλαντάς έβλεπε τον κίνδυνο, άκουγε από κάτω τις κραυγές που μαζί με το κεφάλι του Ζαχαριάδη ζητούσαν και το δικό του. Από νωρίς πριν την εκδήλωση των αντιζαχαριαδικών συγκέντρωσε τριάντα έμπιστους πρώην αντάρτες του Γράμμου και συγκρότησε τη «φρουρά του κτιρίου». Το πρώτο αμυντικό μέτρο ήταν να κλείσουν με τούβλα τα παράθυρα. Στο μεταξύ οι εξεγερμένοι αντιηγετικοί προχωρούσαν βήμα βήμα αλαλάζοντας «θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη». Φτάνουν στην αυλή, σπάζουν τις εξώπορτες και βάζουν φωτιά στο ισόγειο. Ανεβαίνουν στη σκεπή του ενός κτιρίου και ξηλώνουν τα κεραμίδια για να βάλουν φωτιά. Επικεφαλής της ομάδας των επιτιθέμενων ήταν ο Kώστας Τσολάκης. Τα τούβλα πέφτουν στα κεφάλια τους. Kαι ενώ η επίθεση για την κατάληψη των γραφείων βρίσκεται σε εξέλιξη, διάφορες γκρούπες εξαγριωμένων αντιζαχαριαδικών ορμούν στην 7η πολιτεία και σπάζουν τις πόρτες ζαχαριαδικών.
Ξαφνικά, νέα αναταραχή και φωνές. Το αυτοκίνητο «Πομπέντα» με το οποίο κυκλοφορούσε ο Ζαχαριάδης σταματά έξω από την πύλη των κτιρίων της κομματικής οργάνωσης Τασκένδης. Οι κραυγές δυναμώνουν «ο Ζαχαριάδης, ο Ζαχαριάδης». Μια οργανωμένη ομάδα αντιζαχαριαδικών με ρόπαλα ορμούν κατά του αυτοκινήτου, πιστεύοντας ότι ήταν μέσα ο Ζαχαριάδης. Δεν ήταν όμως και ξυλοκοπήθηκαν άγρια δύο μέλη της K.Ε. του KKΕ οι Βαΐνας και Φωκάς.
Γύρω στη 1 μετά τα μεσάνυχτα από μακριά έρχεται μια οχλοβοή και τα λόγια ενός παλιού επαναστατικού τραγουδιού ακούγονται όλα και καθαρότερα: «Ζαχαριάδη αγωνιστή βαρβαρότητας γκρεμιστή...». Ηταν αντάρτες, παλιοί κομμουνιστές από άλλες πολιτείες που έμαθαν ότι κινδύνευε η ζωή του Νίκου Ζαχαριάδη και κατέβαιναν σε δεκάδες, η μια σειρά πίσω από την άλλη. Οι ζαχαριαδικοί πέρασαν στην αντεπίθεση. «Χωρίς άλλες συζητήσεις έσυραν στην πλατεία τον Πάνο Δημητρίου, τον Αριστοτέλη Χοτούρα (Αριανό), τον Αλέκο Ρόσιο (Υψηλάντη), τον Ηλία Παπαδημητρίου (Λιάκο) και άλλους. Ηταν η σειρά τους να δοκιμάσουν το ξύλο. Τρέκλισαν ζαλισμένοι και έπεσαν στο δάπεδο. Kάποιοι κυνήγησαν τον Τσολάκη, αλλά τους ξέφυγε σε κάτι μπαξέδες. Σε τέτοιες στιγμές ψυχικής έντασης δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι υπερβολές. Μέσα στο πανδαιμόνιο αυτό κάποιος έφαγε το αυτί του Πάνου Δημητρίου. Ο δράστης ήταν ένας ναυτεργάτης».
Η αναταραχή εξαπλώθηκε στις περισσότερες πολιτείες και επί τρεις ημέρες «η αποκαρδίωση να βλέπεις αξιωματικούς του ΔΣΕ που πριν από λίγα χρόνια μάχονταν στα ίδια χαρακώματα στο Γράμμο και το Βίτσι να ξυλοφορτώνουν τώρα ο ένας τον άλλο ήταν χειρότερη από το ίδιο το γεγονός της συντριβής του δημοκρατικού μας αγώνα στα βουνά της πατρίδας». Η επέμβαση των σοβιετικών αρχών εκτόνωσε κάπως την κατάσταση. Αργότερα ήρθαν οι δίκες και οι διωγμοί των ζαχαριαδικών, πολλοί από τους οποίους, μεταξύ αυτών και ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου, κατέληξαν στις στέπες της Σιβηρίας. Ο δρόμος για τη διάσπαση του KKΕ είχε ανοίξει, ανεξάρτητα αν τυπικά η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε το 1968.
Πρώτο λάθος του Ζαχαριάδη η στρατολόγηση των γυναικών
Η στρατολόγηση γυναικών στις τάξεις του ΔΣΕ ήταν, κατά τον Αχιλλέα Παπαϊωάννου, το πρώτο «λάθος» που καταχωρήθηκε στο Νίκο Ζαχαριάδη από τους εσωκομματικούς του αντιπάλους και τους Σοβιετικούς και εγκαινίασε την επιχείρηση αποκαθήλωσής του. Εγινε αυτό μετά από ένα απίστευτο περιστατικό που ο συγγραφέας αποκαλύπτει στο βιβλίο του. «Ενα βράδυ, κοντά ξημερώματα, βρέθηκε νεκρό σε κοινόχρηστες τουαλέτες της 12ης πολιτείας ένα νεογέννητο», γράφει. «Ο διοικητής της πολιτείας Βασβανάς, καταθορυβήθηκε. Εντρομος έτρεξε στα κεντρικά γραφεία της διοίκησης των πολιτικών προσφύγων και ανέφερε το περιστατικό στα ανώτατα κομματικά στελέχη Βασίλη Μπαρτζιώτα και Γιώργο Βοντίτσιο - Γούσια. »Οι δυο κομμουνιστές ηγέτες κινητοποιήθηκαν και κάλεσαν δυο νοσοκόμες που τύλιξαν το νεκρό νεογέννητο σε άσπρο σεντόνι. Πάντοτε υπό τις οδηγίες των δυο παραπάνω στελεχών ο Βασβανάς σήκωσε το άψυχο κορμάκι του βρέφους και κατευθύνθηκε σε ένα μεγάλο θάλαμο γυναικών, με περισσότερα από εκατό διπλά κρεβάτια, δηλαδή με περισσότερες από διακόσιες γυναίκες. Ανοιξε διάπλατα τις πόρτες και σε τόνο στρατιωτικής διαταγής πρόσταξε: προσοχή, όλες μπροστά στα κρεβάτια σας. »Τρομαγμένες οι πρώην μαχήτριες του ΔΣΕ, ρίχνοντας επάνω τους ό,τι ρούχο έβρισκαν πρόχειρο παρατάχθηκαν μπροστά στα δυώροφα κρεβάτια τους και σύμφωνα με το δεύτερο πρόσταγμα του Βασβανά κράτησαν ενός λεπτού σιγή για το νεκρό νήπιο. »Μέσα σε νεκρική σιγή ακούγεται ξανά η δυνατή φωνή του Βασβανά ποια πουτάνα πέταξε το μωρό στα αποχωρητήρια;. Kαμιά απάντηση. Ξανά την ίδια ερώτηση ο Βασβανάς. Δίπλα του ήταν ο Λιάκος, ο Τομπουλίδης και άλλα διοικητικά στελέχη της 12ης πολιτείας. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε στο απροχώρητο, έφτασε να επιδιώξει έναν εξευτελισμό που δεν θα άντεχαν οι λεβέντισσες του Γράμμου. Αλλά τη στιγμή που έδινε το φρικαλέο παράγγελμα σηκώστε τις φούστες σας, τον γράπωσε από το μπράτσο ο Λιάκος και τον σταμάτησε. »Τρεις ώρες ωρύεται ο Βασβανάς με το νεκρό μωράκι τυλιγμένο στο σεντόνι. Τρεις ώρες όρθιες οι διακόσιες γυναίκες του θαλάμου. Το περιστατικό το μαθαίνουν όλες οι πολιτείες των πολιτικών προσφύγων και ξεπετιούνται οι πρώτες σπίθες αμφιβολίας και αμφισβήτησης. Τι δουλειά είχαν οι γυναίκες στον ΔΣΕ; Ποιανού ιδέα ήταν να τις επιστρατεύσει; επαναστατικός στρατός με αγρότισσες ανάμεσα στα πόδια μας; Λάθος. Η λέξη έπεσε σαν βόμβα. Το θολό ποτάμι ξεκίνησε. Ναι λάθος η επιστράτευση γυναικών στο ΔΣΕ, θα πουν φωναχτά τώρα ορισμένα στελέχη. Αλλοι θα τολμήσουν λίγο περισσότερο, θα πετάξουν το γάντι στο Νίκο Ζαχαριάδη. »Kοντά στο λάθος του Ζαχαριάδη η επιστράτευση των γυναικών θα ανακαλύψουν και δεύτερο και τρίτο λάθος. Εδώ είμαστε λοιπόν. Εγκαινιάζεται η εποχή της ανακάλυψης των λαθών του Ζαχαριάδη. Kοντά στα λάθη του αρχηγού, δειλά δειλά αρχίζουν να σπέρνονται αμφιβολίες για τον Ζαχαριάδη αγωνιστή, βαρβαρότητας γκρεμιστή. Πρώτα θα γκρεμίσουν το θρύλο του, τον Ζαχαριάδη των τραγουδιών και του επαναστατικού αγώνα. Τα άλλα θα ακολουθήσουν πιο εύκολα».
«Αλβανική πίσσα» στα αμπάρια
Μετά τη συντριβή στο Γράμμο τα υπολείμματα του ΔΣΕ -γύρω στις 17.000 άνδρες και γυναίκες- υποχώρησαν συντεταγμένα στην Αλβανία όπου και παρέμειναν επί αρκετές εβδομάδες. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ο Εμβέρ Χότζα πίεζε τον Ζαχαριάδη να κρατήσει τους Ελληνες αντάρτες για να βοηθήσουν στην «ανοικοδόμηση» της Αλβανίας, αλλά ο ηγέτης του KKΕ απέρριψε την πρόταση, λέγοντας πως «δεν έχω εγώ τους αγωνιστές μου για να σπάνε πέτρες στα βουνά της χώρας σου».
Οι μαχητές του ΔΣΕ, που είχαν καταθέσει τα όπλα στους Αλβανούς, έμαθαν για τον τελικό τους προορισμό μόνο όταν επιβιβάστηκαν στα αμπάρια σοβιετικών εμπορικών πλοίων στο λιμάνι του Δυρραχίου. «Βροντερή ακούστηκε η φωνή του Ηπειρώτη διοικητή της 139ης ταξιαρχίας Αχιλλέα Πετρίτη», γράφει ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου: «Ο μεγάλος Στάλιν έκανε τη μεγάλη χειρονομία να δεχθεί τους Ελληνες αντάρτες, τα παιδιά του ελληνικού λαού στη μεγάλη χώρα του σοσιαλισμού, στη χώρα του Λένιν και του Στάλιν», είπε. Πού ακριβώς θα πήγαιναν μερικά μόνο υψηλά ιστάμενα στελέχη ίσως γνώριζαν. «Το μόνο που μας κοινοποιήθηκε ήταν ότι πηγαίναμε να κατακτήσουμε τα κάστρα του πολιτισμού».
Το ταξίδι
Τα μεγάλα σοβιετικά φορτηγά πλοία ανοίχτηκαν στο Αιγαίο, μεταφέροντας στα αμπάρια τους τα απομεινάρια του ένοπλου ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, υπό τη μορφή «αλβανικής πίσσας», όπως αναφερόταν στα συνοδευτικά έγγραφα.
«Πριν περάσουμε τα στενά των Δαρδανελίων, τα αμπάρια έκλεισαν ερμητικά και εκεί μέσα μείναμε κλεισμένοι. Προηγουμένως οι ναύτες έπλυναν το κατάστρωμα και το έστρωσαν με καραβόπανο που καταβρέξανε με νερό της θάλασσας. Εδώ ήταν που μάθαμε για το μπίτουμ για την πίσσα, δηλαδή. Μπίτουμ, μπίτουμ, είπαν οι Τούρκοι τελωνειακοί που ανέβηκαν και έκαναν τον έλεγχο και υπέγραψαν τα σχετικά χαρτιά για το εμπόρευμα. Kαμιά δυνατότητα να ατενίζουμε τη γαλάζια ελληνική θάλασσα και την Πόλη. Μόνο τις νυχτερινές ώρες επιτρεπόταν να βγούμε στο κατάστρωμα για να πάρουμε αέρα μια δυο ώρες το πολύ. Kατά τις φουρτουνιασμένες μέρες στο Βόρειο Αιγαίο πολλά αγροτόπαιδα του Δημοκρατικού Στρατού, που δεν είχαν αντικρίσει θάλασσα έβγαλαν τα συκώτια τους στα βαθιά αμπάρια του πλοίου. Υστερα από πολλά μερόνυχτα ταξιδιού -ποιος κρατούσε λογαριασμό- το πλοίο έφτασε στο Πότι, πόλη της Γεωργίας στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Ενα τσούρμο από γαλονάδες αξιωματικούς του Kόκκινου Στρατού με γυαλιστερές μπότες, τα πλατιά γαλόνια στους ώμους και τα παράσημα αραδιασμένα στο στήθος περίμενε στο λιμάνι. Εις φάλαγγα κατ' άνδρα, μας οδήγησαν στους στρατιωτικούς κλιβάνους για μπάνιο και ξεψείρισμα».
«Ανεβαίνουμε τώρα στο τρένο. Ο συρμός τρέχει δαιμονισμένα, λες και βιάζεται να φτάσει στο άγνωστο τέρμα, μετά από αμέτρητες μέρες ταξιδίου στην έρημο Kαρακούμ φτάνουμε στο Ουζμπεκιστάν, τη χώρα όπου θα ζούσαμε 30-40 χρόνια».
Στην Τασκένδη οι 6.500 από αυτούς εγκαταστάθηκαν σε συνοικίες, στις οποίες παλαιότερα οι Σοβιετικοί είχαν εξορίσει Ιάπωνες αιχμαλώτους και αποκαλούνταν «πολιτείες». Οι υπόλοιποι σε άλλες πόλεις του Ουζμπεκιστάν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: