Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Για τους Σπαρτιάτες Είλωτες και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες


Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης γράφει για την εξέγερση του Πολυτεχνείου
“Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες. Και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες…”

Του Χρύσανθου Λαζαρίδη

Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου».

Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά.

Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…

Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν, να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπερβολήν…

Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου». Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις αποστάσεις μου και αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές που αυτό είχε και κόστος και ρίσκο:

Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να φανείς «γραφικός».

Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος τη «συμμετοχή» μου σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.

Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί», αλλά παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…

Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της μεταπολίτευσης του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση». Σε καιρούς (πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να το πει κανείς…

Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι «απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.

Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…

Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε, όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα, όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.

Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω  – είναι αρκετά διαφορετική:

* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…

Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;

* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).

* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.

Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…

* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…

Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…

* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!

Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….

* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.

Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.

* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…

Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.

* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…

Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».

Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια την οικειοποιήθηκε πλήρως!

Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.

Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό» της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.

Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.


Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.

Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:

«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»

Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…

Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.

Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.

Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.
  
Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…

* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.

Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…

Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…

Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!

Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;

Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;

Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;

Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.

Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!

Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.

Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…

Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.

Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…

Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…

Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:

–Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…

–Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.

Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.

Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.

Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.

Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…

Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!

            «Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.

            Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…       

Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη…

ΠΗΓΗ ANTINEWS.GR

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Για τα παιδιά των δεκαετιών '50 και '60

Η γενιά του 50, 60 

Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.

Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το  Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!  Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.  Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.  Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.  Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

 *Το πιο πάνω κείμενο έφτασε ως εμένα με e-mail.  Δεν γνωρίζω τον αρχικό συντάκτη του.




 


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Δεν θα βρίσκουμε ούτε κλωνί τσάϊ στα βουνά, όπως πάμε!


Δραματική μείωση του τσαγιού στα ελληνικά βουνά

Ελέγχους και μέτρα παρόμοια με αυτά που λαμβάνονται σήμερα για τη λαθροϋλοτόμηση συστήνουν ειδικοί επιστήμονες σε μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί το φαινόμενο της ληστρικής εκμετάλλευσης του ελληνικού τσαγιού (Sideritis).

Οργανωμένες ομάδες που συλλέγουν και πωλούν αυτοφυή φυτά από όλη τη χώρα χτενίζουν δεκάδες βουνοπλαγιές όπου φυτρώνουν είδη ελληνικού τσαγιού και το συλλέγουν παράνομα σε τέτοιο βαθμό που είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος εξαφάνισής του. 

Ηδη σε δεκάδες ορεινές περιοχές της χώρας, και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μ. όπου αυτοφύεται το τσάι του βουνού, οι πληθυσμοί του τσαγιού έχουν μειωθεί δραματικά, και επιστήμονες του ΑΠΘ και του Τμήματος Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών του ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ επισημαίνουν την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα για να αποτραπεί η καταστροφή του.

Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στα βουνά της Πελοποννήσου και της Κρήτης (μαλοτήρα), ενώ στη Βόρεια Ελλάδα τα βουνά των συνόρων, όπως είναι ο Γράμμος, ο Βόρας, αλλά και ο Ολυμπος, έχουν χάσει σημαντικό μέρος από το απόθεμά τους. 

Παράλληλα, σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η βόσκηση. Επιστημονική ομάδα του Τμήματος Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών στο πλαίσιο μελέτης που διεξάγει για το τσάι του βουνού στη Β. Ελλάδα επεσήμανε το φαινόμενο αυτό στο όρος Φαλακρό, λόγω της εκτεταμένης παρουσίας κοπαδιών στις πλαγιές του βουνού.

Διατάξεις δασαρχείων
Η συλλογή του ελληνικού τσαγιού για το εμπόριο απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνο για οικιακή χρήση και πολλά δασαρχεία έχουν εκδώσει ρυθμιστικές διατάξεις που καθορίζουν τις ποσότητες και τον χρόνο συλλογής. 
Παρ’όλα αυτά, την τελευταία διετία έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο ομάδες είτε Ελλήνων είτε αλλοδαπών να το συλλέγουν συστηματικά για να το εμπορευτούν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Οι τελευταίες καταγγελίες φέτος αφορούσαν το τσάι που φύεται στις Πρέσπες, τον Γράμμο (Sideritis raeseri) και τον Ταΰγετο (Sideritis clandestina), ενώ η Διεύθυνση Δασών Αιτωλοακαρνανίας απηύθυνε έκκληση «για ορθολογική διαχείριση των φυτων του τσαγιού και της ελληνικής ρίγανης (Origanum vulgare ssp. hirtum), καθώς παρατηρήθηκε μαζική εκρίζωση».

Σύμφωνα με τον διευθυντή δασών Καστοριάς κ. Χ. Λιάμη, το πρόβλημα εντοπίζεται σε αυτούς που μαζεύουν πολλά κιλά και το ξεριζώνουν για να μην καθυστερούν ή το συλλέγουν εκτός εποχής αδιαφορώντας για την αειφορία του.

Το ελληνικό τσάι βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο της πυραμίδας των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών που αυτοφύονται στην Ελλάδα. 

Αν και από αυτό παρασκευάζεται το πιο διαδεδομένο ελληνικό αφέψημα, καλλιεργείται σε ελάχιστες περιοχές της χώρας (κυρίως στη Βρύναινα Μαγνησίας και αλλού σε μικρότερες εκτάσεις).

Είναι γνωστό διεθνώς ως Greek Mountain Teα, ονομασία που δεν έχει αμφισβητηθεί από καμία από τις γειτονικές χώρες, οι οποίες σημειωτέον εξάγουν ετησίως τεράστιες ποσότητες αρωματικών φαρμακευτικών φυτών, συμπεριλαμβανομένων και ειδών Sideritis.


ΣΧΕΤΙΚΑ

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Πάρτε διαόλοι βάγια: 30% ο ΣΥΡΙΖΑ


στη δημοσκόπηση της VPRC 
Ακολουθούν ΝΔ με 26,5%, ΠΑΣΟΚ με 12,5%, ΔΗΜΑΡ και Ανεξάρτητοι Έλληνες με 7,5%, ΚΚΕ με 5,5% και Χρυσή Αυγή με 4,5%.
Νέα ανατροπή στο δρόμο προς τις κάλπες της 17ης Ιουνίου αποκαλύπει η τελευταία προεκλογική δημοσκόπηση της VPRC που δημοσίευσαν σήμερα στον διαδικτυακό τους τόπο τα «Επίκαιρα».
Η δημοσκόπηση δείχνει εκ νέου επτακοµµατική Βουλή µε πρώτο κόµµα τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συγκεντρώνει το εντυπωσιακό ποσοστό του 30% στην εκτίµηση εκλογικής επιρροής και διατηρεί σαφές προβάδισµα έναντι της Νέας ∆ηµοκρατίας, που ακολουθεί µε 26,5%.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στην τρίτη θέση με ποσοστό 12,5%, ενώ σημαντική πτώση σε σχέση με το τελευταίο τους εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφουν τα ποσοστά των Ανεξάρτητων Ελλήνων, του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής.
Αντίθετα, η ∆ηµοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη ενισχύει τα ποσοστά της τάξης του 7,5% και επιβεβαιώνει το ρόλο ρυθµιστή στο µετεκλογικό σκηνικό.


Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Έδοξε τη Βουλη και τω Δήμω (του Στάθη)


Η δόξα του «έδοξε τη Βουλή και τω Δήμω...»

  
«Ψήφισε» το ΠΑΣΟΚ κι ο Γιωργάκης το Μνημόνιο, παράνομα κι αντισυνταγματικά, χωρίς δηλαδή την πλειοψηφία των 180 ψήφων στη Βουλή που απαιτούνται για να αλλάζει το διεθνές statusτης χώρας,

περιήγαγαν την Ελλάδα υπό Καθεστώς Εντολής, εν προκειμένω της Τρόικας, και την κατέστησαν Φόρου Υποτελή στις Τράπεζες των Τοκογλύφων εφ’ όρου ζωής (διότι μόνον θάνατος περιμένει τη χώρα, αν δεν βγει απ’ αυτό το γκεζί).

Η προδοσία ήταν βαρειά, ο Γιωργάκης έπεσε - η Μετάλλαξη του Γιωργακισμού όμως που τον διαδέχθηκε  διέθετε «παπά» (την Τρόικα) και με την ευκαιρία είπε να «θάψει πέντε - έξι», δηλαδή το σύνολο των Ελλήνων εργαζομένων.

Ετσι με το Μνημόνιο 2 τα συνεταιράκια του τεθνεόντος δικομματισμού, Βενιζέλος - Σαμαράς - Καρατζαφέρης - στο όνομα

των υπαγορεύσεων της σεβαστής μας Κομαντατούρ εκ Βερολίνου βρήκαν την ευκαιρία να «ικανοποιήσουν» κι ορισμένα από τα αιτήματα των εγχωρίων Χρυσοκανθάρων. Κι έτσι,

μέτρα που δεν είναι βέβαιον ότι απαιτούσε ο χωροφύλαξ Τρόικα αλλά επιθυμούσε διακαώς ο αστυφύλαξ ΣΕΒ (και λοιπά Κρατικοδίαιτα Λαμόγια της Διαπλοκής)

έλαβαν σάρκα κι οστά (οστά στην κυριολεξία, διότι ήδη όσοι εκ των Ελλήνων τα υφίστανται πάνε για πετσί και κόκαλο).



Το αποτέλεσμα των εκλογών τίναξε την Ιερή Συμμαχία των Γκαουλάιτερ και των Κούισλινγκ στον αέρα, ανοίγοντας τον δρόμο για να παραδώσει το Μνημόνιο το πνεύμα.

Τώρα όλοι «διαπραγματεύονται»!

Ο κ. Βενιζέλος που εμφάνιζε το Μνημόνιο (εκτός από προσωπική του «νίκη» αλλά και) ως ιερό τοτέμ αδιαπραγμάτευτο, τώρα προτείνει «6 θέσεις» επαναδιαπραγμάτευσης και σπεύδει στον κ. Ολάντ για να διασφαλίσει το χρίσμα του χρήσιμου διαπραγματευτή, τη δυνατότητα δηλαδή να προσφέρει μετεκλογικώς στους Δυνατούς Δυνάστες της Δύσης τις εκδουλεύσεις που τους προσέφερε και προεκλογικώς.

Εκτός απ’ τον κ. Βενιζέλο, τώρα «διαπραγματεύεται» κι ο ΣΕΒ! Ο οποίος, αφού λάθρα υφήρπαξε τον «κατώτατο μισθό», τώρα προσφέρεται να μας τον γυρίσει πίσω - μάλιστα ρεγάλο κι ως δείγμα καλής θέλησης!

Τρίχες! Απλώς ο ΣΕΒ «έλαβε το μήνυμα» του εκλογικού αποτελέσματος, όπως το έλαβαν η Λαγκάρντ, ο Γιούνκερ, ο Ολάντ κι ένα πλήθος άλλων παραληπτών στη Δύση, με αποτέλεσμα όλοι τώρα να «διαπραγματεύονται».

Αλλά, ποιοι είναι αυτοί που θέλουν πάλι να «διαπραγματευθούν» για μας χωρίς εμάς;

Οι ίδιες λεγεώνες με τα ίδια ψέματα στα λάβαρά τους;

Θα διαπραγματευθεί για μας ο κ. Βενιζέλος με τον ΔΟΛ στη σημαία του και το Mega; Με τον κ. Ράιχενμπαχ και τον κ. Μπόμπολα; Με όλα εκείνα τα παπαγαλάκια που μας έβριζαν για «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένους»;

Με αυτήν τη λεγεώνα θα παραταχθεί ο Μπενύτο στους Φιλίππους; Με τις εντολές της Μπούντεσμπανκ που έφερε εις πέρας; με τους μισθούς που περιέκοψε; Με τον Λοβέρδο και τα φάρμακα που φαρμακόλυσε;

Ποιος άλλος, εκτός ίσως απ’ την κυρία Γεννηματά, μπορεί να πιστέψει έστω μια λέξη απ’ όσες (ακατασχέτως) εκστομίζει ο Μπενύτο;

Ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Σαμαράς και ο κ. Καρατζαφέρης με την πολιτική τους οδήγησαν πολίτες στην αυτοκτονία - τα φαντάσματά τους θα παρατάξουν για να διαπραγματευθούν με την κυρία Μέρκελ;

Αλλοι, λιγότερο ξεδιάντροποι, θα έτρεχαν να βρουν ποτάμι να πνιγούν κι όχι κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να αναβαπτισθούν.



Οχι! Δεν μπορούν πια να εκπροσωπούν την Ελλάδα τα Τάγματα Εφόδου του Ξέρξη - τι θα παρατάξει ο κ. Σαμαράς για να «επαναδιαπραγματευθεί» κι αυτός απέναντι στον Μπαρόζο; την Ντόρα; - θα τη στείλει να του αγοράσει τσιγάρα ο Αρχικομισάριος.

Με ποιες σημαίες θα σταθεί στο Δραγατσάνι ο Ιερός Λόχος του; Των Αλαφούζων; του Ψυχάρη; Των «νταβατζήδων» που γελάνε ακόμα με τον κ. Καραμανλή; Των αντιμνημονιακών υποσχέσεων που έδινε ο ίδιος στους Ελληνες και στην πρώτη κόντρα με τους Φράγκους τις έκανε έπεα πτερόεντα κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε με τους Τυράννους μας;

Ποιους θα παρατάξει εναντίον των Τοκογλύφων ο κ. Σαμαράς; τους Πραιτωριανούς του; Τον Αδωνις που του τρέχουν τα σάλια για ένα εύκολο εύγε του Σόιμπλε ή τον Τσεκουροφόρο Βάραγγο Βορίδη; (το δικό σου κεφάλι θα πάρει αυτός, Αντώνη, στο πρώτο παράγγελμα) - δεν έχουν ανάγκη τέτοιο στράτευμα οι Ελληνες. Ποτέ δεν είχαν.

Οι ίδιοι πλέον παρατάσσονται για να αντιμετωπίσουν εκ νέου τα «εξ εσπερίας νέφη». Το έχω ξαναγράψει και το υποστηρίζω:

το ευγενές και αρχαιότατο καρκατσουλιό του λαού μας είναι που συντάσσεται τώρα για να αντιμετωπίσει τους «πανταχού νικήσαντας», οι άμωμοι

με τα λάθη τους, τους φόβους τους, τις ελπίδες τους, τα «όχι» τους, τον «αέρα» τους, αυτό το ακατάλυτο έλε λεύ, το απρόβλεπτο. Που δείχνει τώρα να φουντώνει - μ’ αρέσουν

αυτές οι φάλαγγες των ψηφοφόρων, καθώς πυκνώνουν με τις σημαίες τους καθαρές από λαμόγια και νταβατζιλίκια, ξυπνάει «ο γίγαντας τώρα ο λαός». Δεν αποκλείεται και να νικήσει!

Οσο για τους ταπεινούς αυτής της ιστορίας, μεγάλη η δόξα τους, σαν του Αισχύλου η υστεροφημία και όπως την τραγούδησε ο Καβάφης! Δεν ήταν του Αισχύλου το τρόπαιο «της τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός», αλλά ότι πολέμησε κι αυτός «μέσα στων στρατιωτών τες τάξεις τον σωρό, τον Δάτι και τον Αρταφέρνη»...




ΥΓ.: Επί του (χθεσινού) πιεστηρίου: Πρόβαλε χθες το Mega, σε προφανώς στημένο πλάνο, την τάχα off the record συνομιλία του κ. Βενιζέλου και του αρχηγού των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, με τον πρώτο να ρωτάει τον δεύτερο για «τη γνώμη του για τον Τσίπρα»!!!

Πρωτοφανές!!!


Και άκρως ανοίκειο!!!


Κάτι μουρμούριζε ως απάντηση ο Γερμανός στον Βενιζέλο, δεν κατάλαβα, κι έτσι έμεινα με την απορία, ποιος ήταν το καρφί και ποιος ο ρουφιάνος..!!!


Μα, είναι δυνατόν;! έχουν χάσει κάθε μέτρο; κάθε αξιοπρέπεια;

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Τους εκτέλεσαν ξανά, με την ψήφο τους.


Οι νεκροί που εκτελέστηκαν ξανά 

Δεν ξέρω αν πραγματικά θέλω να γράψω κάτι συγκεκριμένο . Από την περασμένη Κυριακή το βράδυ, έχω γράψει ασταμάτητα αλλά νιώθω σαν να μην έχω γράψει λέξη. Ψάχνω αλλά βρίσκω το μυαλό μου άδειο και παγωμένο. Νιώθω να έχουν χάσει οι λέξεις τη δύναμή τους. Αμέσως μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, «έτρεξα» στην νεότερη ιστορία της Ελλάδας, την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου , να δω μερικά στατιστικά. Επαναλαμβάνω ελάχιστα από αυτά για να στηρίξω τον τίτλο του άρθρου.

Στην Ελλάδα , 90 πόλεις και χωριά έχουν αναγνωριστεί ως «μαρτυρικά», μετά τις μαζικές θηριωδίες που διέπραξαν οι ναζί κατά των πληθυσμών τους. Κατά Περιφέρειες, στην Κρήτη οι ναζιστικές ορδές διέπραξαν θηριωδίες σε 35 πόλεις και χωριά, στην Ήπειρο σε 16, στη Στερεά Ελλάδα σε 11, στην Πελοπόννησο σε 8, στη Θεσσαλία σε 7, στη Μακεδονία σε 12 και στο Ιόνιο σε 1. Στο τέλος του πολέμου, οι Εθνικοσοσιαλιστές Γερμανοί, μαζί με τους ντόπιους συνεργάτες τους, είχαν αφήσει πίσω τους 88.300 νεκρούς στρατιώτες και 325.000 εκτελεσμένους Έλληνες πολίτες.

Στις εκλογές τις 6ης Μαΐου 2012, περίπου 440.000 σημερινοί Έλληνες, έδωσαν το υπέρτατο δημοκρατικό τους δικαίωμα, την ψήφο τους, σε νοσταλγούς του Χίτλερ και των SS. Τρία κραυγαλέα παραδείγματα:

Στις 10 Ιουνίου 1944, στο Δίστομο και τα πέριξ χωριά, μετά από μάχη με τους αντάρτες και απώλειες 40 ανδρών, οι Γερμανοί SS έκαψαν την πόλη και εκτέλεσαν 228 άτομα. Ανάμεσά τους 117 γυναίκες(!) και 111 άνδρες (53 παιδιά κάτω των 16 ετών). Στην ευρύτερη περιοχή οι νεκροί έφτασαν τους 600. Στο Δήμο  Διστόμου, 6η του Μάη, 335 ψηφοδέλτια βρέθηκαν υπέρ Χρυσής Αυγής!

Στα Καλάβρυτα, στις 13 Δεκεμβρίου 1943, οι Γερμανοί ναζί και συνεργάτες τους, εκτέλεσαν σχεδόν όλο τον ανδρικό πληθυσμό και έκαψαν την πόλη. Οι περισσότερες αναφορές κάνουν λόγο για περισσότερους από 700 νεκρούς . Στο Δήμο Καλαβρύτων , την 6η του Μάη 2012, βρέθηκαν 635 ψήφοι υπέρ των νοσταλγών του Χίτλερ και των SS.

Στο μαρτυρικό Κομμένο της Άρτας, στις 16 Αυγούστου 1943 , επί 9 ώρες οι Γερμανοί στρατιώτες των SS σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν ο,τι συναντούσαν στο διάβα τους. Φεύγοντας, άφηναν πίσω τους 317 νεκρούς, μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών όπως και 119 γυναίκες. 20 οικογένειες του χωριού ξεκληρίστηκαν μέχρι ενός. Στις εκλογές της 6η Μαΐου 2012, η Χρυσή Αυγή, έλαβε στο Δήμο Νικολάου Σκουφά, εκεί που ανήκει και το μαρτυρικό Κομμένο, ποσοστό 5,42% και 535 ψήφους .

Αν κάποιοι από αυτές τις περιοχές, που ψήφισαν Χρυσή Αυγή, τύχει και διαβάσουν αυτές τις γραμμές, θα ήθελα να τους ρωτήσω μόνο ένα πράγμα: Γιατί εκτελέσατε ξανά τους νεκρούς σας;

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Ο "Άκης" δεν μας έκλεψε μόνο, μας κυβέρνησε


Ο Άκης δεν μας έκλεψε μόνο, μας κυβέρνησε, του Κώστα Βαξεβάνη


Η εικόνα ήταν σκληρή ακόμη κι αν δεν είχε καμία υποψία βίας. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, καταβεβλημένος, με εμφανή την προσπάθεια να κρατήσει κάτι από το ύφος και την περπατησιά των παλαιών χρόνων, προσάγεται στην εισαγγελία. Για ειρωνεία της ιστορίας, η σύλληψη του προσωπικού φίλου του Αντρέα Παπανδρέου, γίνεται από την εισαγγελέα Πόπη Παπανδρέου.

Η σύλληψη ήταν αναμενόμενη. Εισαγγελικές Αρχές στη Γερμανία, τη Ρωσία και την Ελλάδα είχαν «ακουμπήσει» το όνομα Τσοχατζόπουλος σε δύο υποθέσεις. Στους TOR 1 και στα υποβρύχια. Στην μεν υπόθεση των υποβρυχίων, η ομάδα που είχε αναλάβει την διαδικασία είσπραξης και νομιμοποίησης των μιζών ήταν άμεσα εμπλεκόμενη με τον πρώην υπουργό Άμυνας, στη δε υπόθεση των συστημάτων TOR 1, η Offshore που εισέπραξε τις μίζες ανήκει σε συγγενή του Τσοχατζόπουλου και φαίνεται να του πουλά ακίνητα με ενδιάμεσο άλλη Offshore πάλι του συγγενή. Η ίδια offshore,πουλά και στο Βατοπέδι, αλλά αυτή είναι μια ιστορία για την οποία θα γράψουμε σύντομα.

Τις ώρες που μεσολάβησαν από την σύλληψη του Άκη Τσοχατζόπουλου ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά. Πως η στιγμή σύλληψης δεν είναι τυχαία, πως είναι ένα εξιλαστήριο θύμα, πως η κίνηση ήταν προεκλογική. Ακόμη και πως έπρεπε να τον αφήσουν να κάνει Πάσχα.

Η χώρα αυτή μερικές φορές φτάνει στην παράνοια. Μπορεί να παραπονιέται γιατί κανένας από όσους φταίνε δεν μπαίνει φυλακή, αλλά όταν επιτέλους ελάχιστοι από τους πολλούς φτάσουν στην πόρτα της εισαγγελίας (Εφραίμ, Άκης) τότε αναζητά σκοπιμότητες, εφευρίσκει συγκυρίες, δίνει ακόμη και χάρη λόγω εορτών.

Στα δημοσιογραφικά γραφεία υπήρξαν πολλοί συνάδελφοι που βλέποντας τις εικόνες της σύλληψης του Άκη Τσοχατζόπουλου δήλωσαν «τον λυπάμαι». Στα πολιτικά γραφεία, ο Άκης χαρακτηρίστηκε «ένας πολιτικός που παρασύρθηκε κυρίως μετά την σχέση του με τη νεαρή σύζυγο, περνώντας από την πολιτική στο Four Seasons».
Δεν αμφισβητώ το πως οι άνθρωποι μπορεί να επηρεάζονται από τους ανθρώπους σε σημείο να γίνονται για λύπηση. Ο Άκης συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας που είναι αρκετά πιο διδακτικά από οποιαδήποτε συναισθηματική ή ψυχολογική προσέγγιση.
Ο Τσοχατζόπουλος των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης και των οραμάτων (του ζιβάγκο), μετατράπηκε σε ένα πολιτικό μηχανισμό εξουσίας που κάλυψε και δικαιολόγησε την αυθαιρεσία του με λαϊκισμό (τα ζεϊμπέκικα των φωτογραφιών), κυριάρχησε μετατρέποντας τους θεσμούς σε κανόνες διαπλοκής (οι εντιμότατοι συγκατηγορούμενοι φίλοι) και κατέληξε στην διαφθορά ως δικαιολογημένο στάδιο πολιτικής (μίζες και Four Seasons).
Προφανώς αυτό δεν αφορά μόνο τον Άκη αλλά ολοκληρο το σύστημα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όταν η επιτροπή της Βουλής εξέταζε την υπόθεση των TOR 1, όταν έφτασαν οι λογαριασμοί των Offshore εταιρειών, ο Ευάγγελος βενιζέλος, είπε πως δεν είναι λογαριασμοί, αλλά αριθμοί τηλεφώνων. Η διαφθορά τύπου Άκη, ήταν η ίδια πολιτική.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο Άκης θα ριχτεί στην αρένα από αυτούς που τον προσκυνούσαν και παρα λίγο να τον βγάλουν και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να υπάρχει ένας ένοχος για να μην είναι οι ίδιοι.
Ο ίδιος ο Άκης συνεχίζει να έχει την συμπεριφορά του πολιτικού συστήματος. Δείχνει να μην καταλαβαίνει. Έβγαλε μια ανακοίνωση στην οποία μιλά για πολιτικές σκοπιμότητες. Συνεχίζει να συμπεριφέρεται με την νοοτροπία του 80, τότε που κάθε αποκάλυψη σκανδάλου για τα κόμματα ήταν πολιτική δίωξη και κάθε πιθανός ένοχος, ήρωας.
Επιμένω πως ανάμεσα στο να μας έχει κλέψει ο Άκης ( αν μας έκλεψε) ή να μας κυβέρνησε, το χειρότερο είναι το δεύτερο. Όπως και όλοι αυτοί που τον χειροκροτούσαν, στη συνέχεια τον κάλυψαν ως όμοιο και τώρα τον πετάνε στα λιοντάρια.

το κουτί της Πανδώρας