Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Του χανε δέσει στο λαιμό θηλιά με συρματόσχοινο


Η κατεδάφιση του αγάλµατος του Εµβέρ Χότζα
Γράφει Τηλέµαχος Κώτσιας
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Παντοδύναµος ηγέτης της Αλβανίας αµέσως µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο και για περισσότερα από 40 χρόνια, Γ.Γ. του (κοµµουνιστικού) Αλβανικού Κόµµατος Εργασίας από το 1943, ο Ενβέρ Χότζα ήταν ήδη πεθαµένος έξι χρόνια όταν ο ανδριάντας του, στην κεντρική πλατεία των Τιράνων, γκρεµίστηκε από το πλήθος. Εχοντας κλείσει τα ελληνοαλβανικά σύνορα από το 1945 και έχοντας διακόψει τις σχέσεις του µε τη Γιουγκοσλαβία (1948), µε την ΕΣΣΔ (1956), µε τα κράτη του Συµφώνου της Βαρσοβίας (1968) και µε τους «ρεβιζιονιστές του Πεκίνου» (1977), είχε αποµονώσει τη χώρα του και είχε εγκαθιδρύσει το πλέον σκληροπυρηνικό κοµµουνιστικό καθεστώς στην Ευρώπη, προχωρώντας σε ριζικές µεταρρυθµίσεις αλλά και σε εκτεταµένες εκκαθαρίσεις όσων θεωρούσε εχθρούς του. Βορειοηπειρώτης που µεγάλωσε ως αλβανός πολίτης και έχει σήµερα ελληνική υπηκοότητα, ο συγγραφέας Τηλέµαχος Κώτσιας, έχει αποτυπώσει στα βιβλία του την τραγική εµπλοκή πολλών Βορειοηπειρωτών µε το καθεστώς, όταν αφοσιώθηκαν στην οικοδόµηση του σοσιαλισµού και στη συνέχεια διώχθηκαν ανελέητα ως ρεβιζιονιστές µε το στίγµα του προδότη. Στο σηµερινό αφήγηµά του περιγράφει την εµβληµατική στιγµή κατά την οποία η Αλβανία στρέφει την πλάτη της στο παρελθόν και µπαίνει στη σκληρή περιπέτεια µιας πολύ δύσκολης ανοικοδόµησης.

Μετά την κηδεία περάσαµε από το σπίτι για καφέ. Η µέρα ήταν τόσο κουραστική και φορτισµένη που δεν έβλεπα την ώρα να πάω σπίτι µου να ηρεµήσω. Περνώντας µέσα από τα στενά δροµάκια της Πέπελης άκουσα ένα ελαφρύ σφύριγµα από το σπίτι του Φάνη και τη φωνή του που µε καλούσε να πάω από εκεί. Μετά βίας να τον διακρίνω ανάµεσα στις κρεβατίνες µε τα κλήµατα.

– Πώς και κρύβεσαι; τον ρώτησα αφού πέρασα µέσα στην αυλή.

Μου έκανε εντύπωση που δεν ήταν στην κηδεία του γείτονα. Κάτι τέτοιο στα χωριά της Δρόπολης ήταν ασυνήθιστο. Τον νεκρό τον συνοδεύει πάντα όλο το χωριό.

- Δεν είµαι εδώ, µου απάντησε µε τον δικό του αστείο τρόπο.

– Πού είσαι; – Στα Τίρανα. Καθήσαµε κάτω από την κρεβατίνα για να τα πούµε. Με ρώτησε αν ήθελα καφέ. Του είπα όχι, είχα πιει πολλούς στην κηδεία. Μόνο νερό ήθελα. Του εξέφρασα την απορία που απουσίαζε από κηδεία του γείτονα του µπαρµπα-Νίκου.

– Μόλις ήρθα από τα Τίρανα, µου είπε. Μισή ώρα έχω. Και δεν θέλω να µε δουν. – Πώς και πήγες στα Τίρανα έτσι ξαφνικά; τον ρώτησα απορώντας για όλη αυτή τη µυστικότητά του.

– Κάτσε να σου πω, µου λέει.

Εφερε το νερό, µε ξαναρώτησε αν ήθελα ρακί, του είπα όχι, γιατί είχα πιει στην κηδεία δυο τρία ξεροσφύρι, έλαβε θέση και άρχισε να εξιστορεί:

– Πάθαµε χουνέρι µεγάλο. Ολα άρχισαν από χθες. Τι µας έβαλε ο διάβολος µαζί µε τον Σταύρο και ξεφυλλίζαµε στη λέσχη του χωριού τα λιγοστά βιβλία της βιβλιοθήκης, µπας και βρούµε κανένα της προκοπής. Μόνο τα άπαντα του Ενβέρ Χότζα είχαν µείνει, τα άλλα τα είχαν κλέψει. «Να δεις που σε λίγους µήνες δεν θα µείνει τίποτα ούτε απ’ αυτά» µου λέει ο Σταύρος. «Αυτά δεν τα πιάνει κανείς στα χέρια» του λέω. «Δεν βλέπεις που γέµισαν σκόνες;» «Θα πάν’ για ανακύκλωση, θα δεις» µου λέει. «Ας τα δούµε για τελευταία φορά». Αρχίσαµε να τα χαζεύουµε. Καλοδεµένα, µε κόκκινο χοντρό εξώφυλλο! Βλέπαµε και τις φωτογραφίες του τρισκατάρατου στην πρώτη σελίδα. Εγχρωµες κι ωραίες. Βγάζω που λες µια πρόκα που είχα τυχαία στην τσέπη και του τρυπάω τα µάτια µε µίσος. Ο Σταύρος το ευχαριστήθηκε. Μου έφερνε όλους του τόµους, µου άνοιγε τα βιβλία κι εγώ έµπηγα την πρόκα. Μας είχε πιάσει µια µανία να τον εκδικηθούµε. Υστερα είπαµε να τις σκίσουµε. Εγινε ένα χοντρό µάτσο µε φωτογραφίες. Σαράντα και τόσοι τόµοι και δεν είχε φτάσει το έργο του ούτε στη µέση. Υπολόγισε να το τελείωναν. Στη συνέχεια σκεφτόµασταν τι να τις κάνουµε. Αν έβλεπαν τα βιβλία µε σκισµένη φωτογραφία, σίγουρα εµάς θα υποψιάζονταν. Δεν πάµε µια φορά στα Τίρανα, να δούµε τι γίνεται και από ‘κεί; Ηταν το πρώτο που σκεφτήκαµε. Θα είχαµε και άλλοθι. Εκεί θα τις διανείµουµε στους δρόµους. Πού θα µας έβρισκαν µέσα στην πολυκοσµία; Ξεκινήσαµε αµέσως µε οτοστόπ και κατά τα χαράµατα κοντεύαµε να φτάσουµε. Λίγο πριν να µπούµε στην πόλη, µας σταµατάει µπλόκο της Αστυνοµίας. Τα χρειαστήκαµε. Μας ζήτησαν τα στοιχεία και µας κατέβασαν. Μας πήραν στο αυτοκίνητό τους και ντουγρού για το φρέσκο. Μας έκαναν έλεγχο στην τσάντα, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τις φωτογραφίες που τις είχα βάλει σε διπλό πάτο.

Μας πήραν σε ανακρίσεις. Μας ρωτούσαν γιατί ερχόµασταν στα Τίρανα. Ετσι, για βόλτα, απαντούσαµε. Μας ρωτούσαν αν έχουµε κάποιον συγγενή, τους είπαµε όχι. Αφού µας ρώτησαν αρκετές φορές και δεν βρήκαν άκρη, µας έµπασαν σε ένα µεγάλο κελί. Εκεί γινόταν συνωστισµός. Ούτε όρθιοι δεν χωρούσαµε. Εφερναν κι άλλους. Γέµισαν οι διάδροµοι. Δεν ξέραµε τι συνέβαινε. Μάθαµε ότι επρόκειτο να γίνει µεγάλη διαδήλωση στα Τίρανα. Κατάφταναν απ’ όλη την Αλβανία µε κάθε µέσο. Από τους πιο νέους µαθαίναµε καινούργια πράγµατα. Είχαν σταµατήσει τα τρένα, τα λεωφορεία, έκαναν µπλόκο στους δρόµους. Είχαν αποκλείσει την πρωτεύουσα για να µην έρθουν από την επαρχία. Μας ήρθε η καρδιά στον τόπο µε τον Σταύρο. Αλλος ήταν ο λόγος που µας σταµάτησαν. Με τον Σταύρο µιλούσαµε Ελληνικά για να µη µας καταλαβαίνουν οι άλλοι, αλλά εκεί µέσα ήταν όλα ελεύθερα. Αγνωστοι άνθρωποι έβριζαν το καθεστώς. Μας ρωτούσαν κι εµάς, αν η µειονότητα ήταν για την αλλαγή του καθεστώτος. «Και µας ρωτάτε;» λέγαµε εµείς. «Αµήν και πότε.» Μας έλεγαν ότι η Αλβανία θα αδειάσει, θα µείνει ο Ραµίζ Αλία µόνος του και στο τέλος θα φύγει και αυτός. Εσείς είστε τυχεροί, µας έλεγαν. Εχετε πού να πάτε. Φύγετε να γλιτώσετε. Μάλιστα προσπαθούσαν να µας πιάσουν φίλους για να φύγουµε µαζί στην Ελλάδα. Ακούγονταν απ’ έξω συναγερµοί της Αστυνοµίας. Σειρήνες. Υστερα από κάνα δυο ώρες άρχισαν να αδειάζουν το κρατητήριο. Μας φώναζαν να βγούµε στο προαύλιο κατά νοµό και να ανέβουµε στα φορτηγά. Οταν είπαν Τεπελένι, Αργυρόκαστρο, Αγιοι Σαράντα, βγήκαµε κι εµείς. Μας ανέβασαν σε µια νταλίκα σκεπασµένη, µας κλείδωσαν και ξεκινήσαµε. Ετσι που λες, επιστρέφαµε φιρί φιρί. Μας είδαν τα Τίρανα, δεν τα είδαµε.

– Και τώρα γιατί κρύβεσαι; τον ρωτάω.

– Θέλω να έχω άλλοθι. Να λέω ότι είµαι στα Τίρανα αν τελικά ανακαλύψουν τις σκισµένες φωτογραφίες. Αλλά το βλέπω, τζάµπα κρύβοµαι. Θα πάω βράδυ να συλλυπηθώ τον Λευτέρη για τον πατέρα του. Πάνω σ’ αυτά φώναξε από τον δρόµο ο Σταύρος και ο Φάνης πήγε να ανοίξει την αυλόπορτα.

– Τι κάθεστε έτσι σαν µουγγοί; φώναξε ο Σταύρος φουριόζος χωρίς να πει ούτε καλησπέρα. Ανοίξτε την τηλεόραση να δείτε τι γίνεται αυτή τη στιγµή στα Τίρανα. Γρήγορα!

Μπήκαµε µέσα και ανοίξαµε την τηλεόραση. Μια τεράστια αντικαθεστωτική διαδήλωση στην Πλατεία Σκεντέρµπεη. Λαοθάλασσα. Τη µετέδιδε το τηλεοπτικό κρατικό κανάλι. Ούτε που θα µπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από δυο τρεις µήνες κάτι τέτοιο. Το ρεπορτάζ έδειχνε προηγούµενα πλάνα και στη συνέχεια σε απ’ ευθείας σύνδεση. Ο ρεπόρτερ φαινόταν ότι ανήκε στην αντιπολίτευση. Μιλούσε µε ενθουσιασµό σαν να µετέδιδε ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο ανδριάντας του Ενβέρ Χότζα, θεόρατος και επιβλητικός µπροστά στο πλήθος, σαν τον Γολιάθ. Οι άνθρωποι, ενωµένοι όλοι µαζί, αψηφούσαν τον φόβο και βάδιζαν µπροστά. Η σκιά του ανδριάντα προκαλούσε δέος. Οι επικεφαλής του κινήµατος ανέβαιναν στο υπερυψωµένο βάθρο και µιλούσαν κατά της τυραννίας. «Αλβανικέ λαέ»! «Λαέ των Τιράνων»! Εψαλαν κά τραγούδια του καθεστώτος τώρα είχαν πάρει το εντελώς αντίθετο νόηµα. Προσωπικότητες των γραµµάτων και της τέχνης έπαιρναν τον λόγο µε τη σειρά. «Δηµοκρατία»! «Ελευθερία»! «Πολυκοµµατισµός»! Ελεγαν ότι η στιγµή αυτή σηµατοδοτούσε το τέλος µιας εποχής.

Κάποιος σκαρφάλωσε πάνω στον ανδριάντα και έριξε µια θηλιά από συρµατόσχοινο στον λαιµό. «Βοή λαού οργή Θεού». Το συρµατόσχοινο δέθηκε σε κάποιο όχηµα. Ακούστηκε το δυνατό γκάζι του οχήµατος και το τεζάρισµα του συρµατόσχοινου έκανε για αρκετά δευτερόλεπτα την ένταση να κορυφώνεται. Τη βοή διαδέχτηκε κάποια ηλεκτρισµένη σιωπή. Τι θα συνέβαινε; Ο ανδριάντας άρχισε να κουνιέται. Ωχ Θεέ µου, θα τον ρίξουν;
Και πού θα πάνε να κρυφτούν ύστερα; Από ποιο παράθυρο θα αρχίσουν να ξερνάν φωτιά τα πολυ βόλα; Πόσοι νεκροί θα ακολουθήσουν;
Υστερα από ένα αλησµόνητο τεντωµένο στην κυριολεξία λεπτό, ο τεράστιος ανδριάντας κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ύστερα από δυο επάλληλες κινήσεις έπεσε µε κουρνιαχτό, προκαλώντας έξαλλα, παράφρονα ουρλιαχτά και µια πανικόβλητη χαρά.

Πεταχτήκαµε και οι τρεις από τις θέσεις µας ζητωκραυγάζοντας µε όλη µας τη φωνή. Η µικρή Ευτυχία που είχε καθήσει αθόρυβα δίπλα στον µπαµπά της και παρακολουθούσε αυτό το περίεργο µατς, πετάχτηκε και αυτή χτυπώντας τα παλαµάκια: «Γκοοολ!».

– Αυτό ήταν το καλύτερο γκολ, Ευτυχούλα µου, της είπε ο Σταύρος. Θα σου αλλάξει τη ζωή, να το θυµάσαι.

Εκείνη τον κοίταζε µε τα µάτια της να λάµπουν χωρίς να καταλαβαίνει το νόηµα απ’ αυτά τα λόγια.

Στη συνέχεια το όχηµα έσερνε τον κούφιο ανδριάντα σαν αναποδογυρισµένη βάρκα καθ’ όλη τη µεγάλη λεωφόρο που µαύριζε από κοσµοσυρροή.
Τον πέταξαν στο ποτάµι της Λιάνας που διασχίζει τα Τίρανα.
Πετροβολούσαν, ούρλιαζαν. Η στάθµη του νερού εκείνη τη µέρα σίγουρα αυξήθηκε από τα χιλιάδες κατουρήµατα πάνω στον ανδριάντα.

– Τώρα βάλε τσίπουρο, είπα στον Φάνη. Βάλε και µεζέ. Δεν τη γλιτώνεις.

– Εχω µια ιδέα, λέει ο Σταύρος. Να πάµε στον Γάκη Στόλη που είναι µόνος του στο σπίτι απόψε. Κι όταν είναι µόνος, πίνει και δεν ξέρει τι γίνεται στον κόσµο. Να του πούµε το συχαρίκι.

Ο Γάκης ήταν ένας θείος µας που είχε κάνει πολλά χρόνια φυλακή ως αντικαθεστωτικός και ζούσε περιορισµένα, αφού πολύ λίγοι του έκαναν παρέα. Φτάσαµε στην πόρτα του, του φωνάξαµε και µας άνοιξε λιγάκι ανήσυχος.

Οταν άκουσε τις χαρωπές φωνές µας, συνήλθε.

– Συχαρίκια! του λέει ο Φάνης. Ανοιξε την τηλεόραση να µάθεις τα νέα. Τι κάθεσαι!

– Τι γίνεται, βρε παιδιά, µας ρωτάει απορηµένος.

Πάντα φοβόταν τις κακές ειδήσεις.

Δεν του είπαµε τίποτα, ανάψαµε µόνο την τηλεόραση. Το ρεπορτάζ συνεχιζόταν µε τον απόηχο του γεγονότος. Εδινε σε πολλαπλή επανάληψη τη στιγµή της πτώσης του ανδριάντα. Ο Γάκης τα ‘χασε.

– Αντε, κέρασε, του είπε πειραχτικά ο Σταύρος.

Το πρόσωπο του Γάκη έλαµψε. Τον ξέραµε που δεν ήταν ικανός να εξυπηρετήσει. Απόψε έλλειπε και η γυναίκα και ένιωθε άβολα.

– Ελα να σου πω, λέει στον Φάνη.

Εδώ από κάτω από τη σκάλα είναι η νταµιτζάνα µε το ρακί. Πάρε µια καράφα από το σύνθετο και γέµισέ τη. Εδώ στο ντουλάπι κάπου πρέπει να είναι και το χωνί. Βάλε και ποτήρια. Εκεί είναι το καλάθι µε τα αυγά. Βγάλε και βράσε. Βγάλε και τυρί από το δοχείο εδώ. Εδώ στο καλάθι έχει και κάτι ντοµάτες. Κόψε κι ένα κρεµµύδι από την αρµάθα και κάνε και µια σαλάτα. Να πιω κι εγώ, γιατί βλέπεις ξεροσφύρι το πίνω. Πιάτα, πιρούνια, έχει εδώ. Εσύ, Σταύρο, στρώσε και το τραπέζι.

Δεν ήξερε πώς να χαρεί. Ηπιαµε που το φχαριστηθήκαµε. Υστερα ο Γάκης βαρέθηκε να ξαναβλέπει τις ίδιες εικόνες. Ηθελε να βάλει κλαρίνα αλλά δεν ήξερε πώς παίρνει µπρος το µαγνητόφωνο. Τα καταφέραµε, βρήκαµε και κασέτες. Κάποια στιγµή είπαµε να κατεβάσουµε τη φωνή για να µην προκαλέσουµε τους γείτονες που πενθούσαν.

– Καηµένε µπαρµπα-Νίκο, λέει ο Γάκης πάνω στην ευθυµία του, λάθος µέρα διάλεξες να πεθάνεις! Σηµαδιακή. Ποιος θα θυµηθεί να σε θρηνήσει!

Με το θέµα των φωτογραφιών δεν ασχολήθηκε κανείς. Σε λίγες µέρες επαληθεύτηκε η προφητεία του Σταύρου, κανένα βιβλίο από τα άπαντα του Εµβέρ Χότζα δεν υπήρχε πια στη λέσχη.

Οι συγχωριανοί δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν τον Φάνη και τον Σταύρο για την περιπέτειά τους µε την Αστυνοµία των Τιράνων. Τους ήθελαν να ήταν οι εκπρόσωποί τους στα Τίρανα.

Κανείς δεν τους πίστεψε ότι δεν ήταν εκεί ανάµεσα στα πλήθη. Οι δικαιολογίες τους και το άλλοθί τους έπεσαν στο κενό.

Υστερα από ένα αλησµόνητο λεπτό, ο τεράστιος ανδριάντας κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ύστερα από δύο επάλληλες κινήσεις έπεσε µε κουρνιαχτό, προκαλώντας έξαλλα, παράφρονα ουρλιαχτά και µια πανικόβλητη χαρά
Το όχηµα έσερνε τον κούφιο ανδριάντα σαν αναποδογυρισµένη βάρκα καθ’ όλη τη µεγάλη λεωφόρο που µαύριζε από κοσµοσυρροή. Τον πέταξαν στο ποτάµι της Λιάνας που διασχίζει τα Τίρανα.
Πετροβολούσαν, ούρλιαζαν...

Ο Τηλέµαχος Κώτσιας είναι συγγραφέας και τα γνωστότερα βιβλία του είναι το «Εφτά παράθυρα», το «Τρεις γενιές Αµερικάνοι» και το επίκαιρο ιστορικό µυθιστόρηµα «Στην άλλη όχθη».

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Η επιστράτευση του 1974, μετά την εισβολή στην Κύπρο.


Ημουν κι εγώ εκεί
Η επιστράτευση μετά την εισβολή στην Κύπρο 1974
Γράφει ο Αλέξης Πανσέληνος
,
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ το Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Η κρίση του 1974 ήταν καταλυτική για το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας, αφού η επίσημη στρατιωτική ηγεσία διαπίστωσε ότι η πολιτική του Δ. Ιωαννίδη όχι μόνο δεν διέθετε την αμερικανική υποστήριξη αλλά δημιουργούσε και συνθήκες ελληνο-τουρκικού πολέμου. Ο Αλέξης Πανσέληνος ζωντανεύει τη μικροϊστορία εκείνων των ημερών του Ιουλίου, που οδήγησαν τελικά το χουντικό καθεστώς να προσκαλέσει τις προδικτατορικές αστικές πολιτικές δυνάμεις να σχηματίσουν κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο ο Γρίβας και η ΕΟΚΑ έχουν δράσει τρομοκρατικά μετά το 1971 για να
αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου που είναι αγκάθι στα σχέδια της χούντας. Στην Αθήνα, η ομάδα Ιωαννίδη ανατρέπει τον Παπαδόπουλο στις 25/11/1973 και προκαλεί στη Λευκωσία την ανατροπή του Μακαρίου στις 15/7/1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο στις 20/7/1974 και το δικτατορικό καθεστώς κηρύσσει επιστράτευση, η οποία όμως αποτυγχάνει- εκεί επικεντρώνει τη λογοτεχνική ματιά του ο Πανσέληνος. Η αδυναμία της δικτατορίας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εισβολή είναι το τελευταίο γεγονός που οδηγεί στην κατάρρευση του χουντικού καθεστώτος.

Εχοντας κοιμηθεί ελάχιστα το βράδυ ο Φώτης σηκώθηκε υπνοβατώντας. Η Μυρσίνη, που δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση, ετοίμασε καφέ και έφερε στο τραπέζι το ψωμί. Το φως στο χολ, που ήταν και η τραπεζαρία τους, άναβε πάνω από το τραπέζι το πλαστικό αμπαζούρ, απομίμηση βιτρό, από ένα μαγαζί στην πλατεία Αμερικής, έστελνε ακανόνιστες σκιές στους τοίχους. Από την μπαλκονόπορτα του σαλονιού, πίσω τους, το χλομό φως της αυγής κατηφόριζε την οδό Καρπάθου και έγλειφε τα έπιπλα και τις αφίσες των τοίχων.

Η μόνιμη κακιά διάθεση, μέρες τώρα, με το πραξικόπημα της Κύπρου, δεν τους εμπόδιζε να χρησιμοποιούνε το baby talk που είχε καθιερωθεί από τις πρώτες βδομάδες του γάμου τους, μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι. «Πρωινό με ρακούν σου! Ταρτίνες μικρού σου;». Αυτό ήταν η παράκληση για να της ετοιμάσει το ψωμί της όσο εκείνη έριχνε καφέ στις κούπες με τις ραβδώσεις - από το ίδιο εκείνο μαγαζί, που έβρισκαν σε καλές τιμές αντικείμενα για το νοικοκυριό τους. Στον μικρόκοσμο της συζυγικής τους τρυφερότητας, η Μυρσίνη ήταν ρακούν, ο Φώτης αρκούδα. Οι κοντινοί τους καμιά φορά τους άκουγαν να αποκαλούν έτσι ο ένας τον άλλον και χαμογελούσαν αμήχανα. Λίγοι καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις ντροπές των διαχύσεών τους- και οι μέρες δεν προσφέρονταν για πολλά αστεία. Ο καθένας οργάνωνε μ΄ όποιον τρόπο μπορούσε τις άμυνές του ενάντια στην πραγματικότητα.

Και η πραγματικότητα, από τη βραδιά του Πολυτεχνείου και μετά, έμοιαζε να ορθώνεται σαν τοίχος απέναντι σε κάθε ελπίδα κάτι ν΄ αλλάξει. Ο «ντροπαλός Ταξίαρχος», που είχε αντικαταστήσει τον παρανοϊκό Συνταγματάρχη, έριχνε πάνω από την Αθήνα τη σκιά του ωμού τρόμου. Ακόμα κι όσοι είχαν όμορφα βολευτεί με τη Χούντα ώς τότε, τώρα κρύβανε τις σκέψεις τους, μήπως η νέα ανατροπή τους εκθέσει. Η κατάσταση ακριβώς επειδή ήταν τόσο ωμή και βίαιη, έδειχνε πως δεν θα κρατούσε πολύ. Πάλι όμως, πού ξέρεις; Τα ίδια λέγανε και το 1967.

Το Πολυτεχνείο είχε ταρακουνήσει τον κόσμο, η ανατροπή του Παπαδόπουλου, που λίγο- πολύ οι περισσότεροι στο εξωτερικό τον είχαν αποδεχτεί, έστω ντε φάκτο, ξεσκέπαζε τελείως τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα της χούντας και στερούσε Αμερικάνους και Αγγλους από τα προσχήματα της «επανάστασης που δημιουργεί νομιμότητα». Λίγους μήνες ύστερα, και ενώ το Πολυτεχνείο εξακολουθούσε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα, ήρθε η ανατροπή του Μακάριου από την ΕΟΚΑ Β΄- με την ΕΛΔΥΚ να πρωταγωνιστεί και Πρόεδρο- μαριονέτα. Οι Αμερικάνοι θέλανε να απαλλαγούν από τον Μακάριο, άρα ήταν πίσω από το πραξικόπημα, άρα πίσω από τον Ιωαννίδη- αμφίβολο αν θα γλιτώσουμε ποτέ, έλεγαν πολλοί. Από τη μια μέρα στην άλλη άλλαζαν όλα, ο φόβος περίσσευε. Οι Τούρκοι βρήκαν την αφορμή που έψαχναν, να υπερασπιστούν τους δικούς τους στο νησί. Εβαλαν πλώρη για την Κύπρο, η εισβολή είχε αρχίσει.

Δυο χρόνια είχε υπηρετήσει ο Φώτης, δυο δύσκολα χρόνια, χαρακτηρισμένος αριστερός. Και ο στρατός, εκτός από λίκνο της χούντας, χρησίμευε και σαν κολαστήριο για τουςεχθρούς της. Στη θητεία των δύο χρόνων, που όλοι έκαναν, κάποιοι έπρεπε να περάσουν αναμόρφωση, είτε με ασταμάτητες τιμωρίες είτε με την απειλή για χειρότερα, να δείξουν έμπρακτη μεταμέλεια, να αποκηρύξουν το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του, να μιλήσουν στους άλλους για τη σωτηρία του τόπου από την 21η Απριλίου. Ο Φώτης δεν δέχτηκε να μιλήσει, εξακολούθησε να τρώει τη μια φυλακή μετά την άλλη και η απόλυση όλο και μάκραινε, η φυλακή μεταφραζόταν σε επιπλέον θητεία, ίση με τις μέρες για τις οποίες είχες τιμωρηθεί. Δεν έφτανε η απομόνωση στο κρατητήριο. Ο στρατός από λίκνο πατριωτισμού μεταμορφώνεται σε ποινή, κάνοντας και τον πατριωτισμό φυλακή.

Ο Πάκης, ο παλιός φίλος της Μυρσίνης, στενή τους παρέα, είχε υπηρετήσει την ίδια εποχή. Υπαξιωματικός εκείνος. Απόκαλή οικογένεια (ο μπαμπάς διάβαζε «Εστία» και με τη χούντα «τίποτα δεν είχε να μοιράσει»), έβαλε μέσο να μη γίνει αξιωματικός - και για να απολυθεί μια ώρα αρχύτερα και να μην τον καλούν κάθε τόσο για μετεκπαίδευση. Την είχε βγάλειζάχαρηστην Κρήτη, τρώγοντας στην καντίνα των ΝΑΤΟϊκών. Συχνά ερχόταν στην Αθήνα με άδεια. Πήγαινε τη Μυρσίνη κανένα σινεμά ή για φαγητό. Στα γράμματά της ο Φώτης διάβαζε για τις καλές υπηρεσίες που πρόσφερε στην παλιά του φιλενάδα ο κοινός τους φίλος. Με την αναπόφευκτη καχυποψία του φαντάρου, ένιωθε να τον τρώει η ζήλεια, αλλά πάλι σκεφτόταν για κάποιον λόγο πως προτιμότερο να βγαίνει με ένα παλιό της αμόρε η Μυρσίνη παρά με άγνωστους. Ανάμεσα στα άλλα προνόμια της εθνικοφροσύνης του, ο Πάκης την έβλεπε συχνότερα απ΄ όσο ο Φώτης τα δυο αυτά χρόνια. Αν και η Μυρσίνη τα είχε χαλάσει μαζί του πολλά χρόνια πριν, διατηρούσανε μια συμπάθεια ο ένας για τον άλλο, που δεν είχε υποχωρήσει όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Φώτη κι αργότερα τον παντρεύτηκε.


Πρέπει να ακούσω το επόμενο δελτίο, λέει τα χρώματα των απολυτηρίων. Κάποιοι δεν καλούνται, ας είναι Γενική η Επιστράτευση...

Ο Πάκης τον λυπότανε που υπηρετούσε σε Πειθαρχικό Λόχο. Δυο φορές που συναντήθηκαν στην Αθήνα, του ζωγράφιζε με τα πιο ζωηρά χρώματα την ωραία ζωή που έκανε ο ίδιος στη Βάση του Ακρωτηρίου. «Ομελέτα, λουκάνικα, μπέικον,τρία είδη μαρμελάδες ... οι Αμερικάνοι τρώνε steaks για πρωινό...»- οι περιγραφές έδιναν το μέτρο της διαφοράς ανάμεσά στις ζωές τους και στις τύχες τους. Ο Φώτης κλεισμένος στο στρατόπεδο, με πατάτες μπλουμ και βοδινό Αργεντινής, που ερχόταν σε κατεψυγμένα μπούτια που τεμάχιζαν με τα σκεπάρνια οι σιτιστές, λιμπιζότανε τις λιπαρές ομελέτες και τα τοξικά κοντοσούβλια του Οβελιστήριου, απέναντι από την πύλη, απ΄ όπου, με μέσο κάποιον συμπονετικό αλφαμίτη, μπορούσε καμιά φορά να προμηθεύεται τις περιπόθητες εκείνες λιχουδιές.

Μέσα σε δυο στιγμές ο εφιάλτης βρισκόταν πάλι ολοζώντανος μπροστά στον Φώτη. Τη μέρα που έπαιρνε το απολυτήριό του, ο αξιωματικός του 3ου Γραφείου, ο υπολοχαγός Γιαννηλόης, τον είχε κοιτάξει με το κρύο, γαλάζιο μάτι της βλάχικης καταγωγής του και τον είχε στ΄ αστεία απειλήσει: «Μη θαρρείς, κουμμονι, πως θα γλιτώσεις έτσι από το Ελληνικό Στράτευμα! Σύντομα θα ξαναβρεθείς στα χέρια μου!».

11 η ώρα το πρωί (20 Ιουλίου ήτανε, η επέτειος του γάμου τους με τη Μυρσίνη) δεν είχε ακόμα φύγει από το σπίτι. Τηλεφώνησε στη δουλειά πως πρέπει να καθυστερήσει και είχε το ραδιόφωνο ανοιχτό. Γενική Επιστράτευσις, καλούνται... Οι έφεδροι τάδε και δείνα και έτσι κι αλλιώς... διατάσσονται όπως παρουσιαστούν πάραυτα εις τα οικεία στρατολογικά γραφεία ή τη μονάδα που αναγράφει το απολυτήριό τους...

Πού ήταν το απολυτήριο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Σκέφτηκε να πάρει τη Μυρσίνη να τη ρωτήσει, μα πριν απλώσει το χέρι στο ακουστικό το τηλέφωνο χτύπησε. Ηταν εκείνη.

-Αρκούδα μου, πόλεμος, πόλεμος. Γενική επιστράτευση, όλοι έφυγαν από το γραφείο, καλά που δεν κατέβηκες Πειραιά... Φεύγω, έρχομαι! Τι ακούς; Τι γίνεται μ΄ εσένα;

-Δεν ξέρω... Ψάχνω να βρω το απολυτήριο. Ακούω το ράδιο...

-Ερχομαι! Μη φύγεις αν δεν έρθω, φωνάζει η Μυρσίνη κλαίγοντας και κλείνει.

Το χειρότερο σημάδι καταστροφής σ΄ αυτόν τον τόπο είναι όταν το ράδιο παίζει δημοτικά και εμβατήρια. Οι διακοπή τους- ύστερα από τα βραχνά κλαρίνα και τις παράτονες φυσικές κλίμακες του βιολιού- κρατάει μια μόνο στιγμή. Αμέσως ξανακούγεται ο καταραμένος «Τσομπανάκος» με τη φλογέρα του ΕΙΡ και τις κουδούνες των τράγων και οι στομφώδεις εκφωνητές. Ο Εχθρός... Ο θρασύδειλος Εισβολεύς... Η Ηρωική Μεγαλόννησος (που μακάρι να τη ρυμουλκούσε ο Θεός και να την έριχνε για πάντα στον Ατλαντικό!)... αι Εθνικαί Δυνάμεις προβάλλουν σθεναρά αντίστασιν... Θα ριφθούν στη θάλασσα... Η Μητέρα Ελλάς θα εκπληρώσει το Ιερόν Καθήκον της... Γενική Επιστράτευσις...

Και πάλι το επίφοβο τροπάριο της απαγγελίας των ΕΣΣΟ, οι κατηγορίες, οι ειδικότητες, τα χρώματα των απολυτηρίων... Τι χρώμα είχε το απολυτήριό του; Ούτε θυμόταν. Τό ΄χε χώσει στο τσεπάκι κι είχε πάρει τα πόδια του στον ώμο, ν΄ απομακρυνθεί το γρηγορότερο από τις αγκάλες του Ελληνικού Στρατεύματος.

Κουδούνι. Ξέχασε η Μυρσίνη τα κλειδιά της; Οχι. Ο Πάκης με τζιν και με μπουφάν, με ταξιδιωτική τσάντα στο χέρι. Ηρθε με τα πόδια στην οδό Ρόδου από το σπίτι του, στην Αγίου Μελετίου- ένα παλιό αρχοντικό διαμέρισμα προπολεμικής πολυκατοικίας, με ψηλά ταβάνια, ωραία πατώματα, χωρίσματα και αλκόβες.

-Με κάλεσαν, φεύγω,είπε ο Πάκης και ήταν κάτασπρος, τα χείλια του είχαν εξαφανιστεί σφιγμένα κάτω από τα δόντια του. Πάω στο Ρουφ. Εσύ; Είπα μήπως ξέρεις... να παίρναμε το ίδιο ταξί- αν και ζήτημα αν θα βρούμε τέτοια ώρα. -Δεν ξέρω. Ψάχνω να βρω το απολυτήριο, είπε ο Φώτης και καθώς μιλούσε τού ήρθε μια ιδέα και άνοιξε την ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρα. Στο κάτω μέρος είχε μια τσάντα με τη φόρμα αγγαρείας που κατάφερε να μην την παραδώσει και την έφερε μαζί του. Εχωσε το χέρι και έψαξε στα τυφλά τον πάτο. Ενα χαρτί τσάκισε στα δάχτυλά του, το τράβηξε και το κοίταξε με τρόμο. Το Εθνόσημο, τα τυπωμένα στοιχεία με γραμμές από τελίτσες για να συμπληρώνει ο γραφέας με το μελάνι τα στοιχεία του απολυομένου, οι στρογγυλές σφραγίδες του Τρίτου Γραφείου και η υπογραφή του Υπολοχαγού Γιαννηλόη έκαναν την καρδιά του να σφιχτεί από τρόμο. Το ραδιόφωνο ακόμα ξεφώνιζε ΕΣΣΟ, ειδικότητες, μονάδες και στρατολογικά γραφεία, ο Πάκης έκοβε βόλτες πάνω κάτω στο χολ και μονολογούσε χολιασμένος με την ατυχία του και έντρομος με την Επιστράτευση.

Η Μυρσίνη έφτασε λίγη ώρα κατόπι. Επεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά του Φώτη. Ηταν σίγουρη πως θα φύγει, θα επιστρατευθεί και θα σκοτωθεί σ΄ αυτόν τον πόλεμο. Τον έσφιγγε πάνω της μη τολμώντας να ξεστομίσει την παρότρυνση, τη μάταιη ευχή, να μην πάει, να μην παρουσιαστεί, να κρυφτεί και να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Δεν είπε τίποτα απ΄ όλα αυτά που σκεφτόταν μες στο τρόλεϊ καθώς επέστρεφε, ανάμεσα σ΄ έναν κόσμο που παραληρούσε από τα ίδια αισθήματα και μεγαλόφωνα καταριόταν τη Χούντα, την Επιστράτευση, τους Τούρκους (κάποιοι και την Κύπρο!). Φίλησε στα δυο μάγουλα τον Πάκη που από άσπρος τώρα είχε αρχίσει να πυρώνει από αδημονία. Ούτε κι εκείνος ήξερε για ποιον λόγο είχε έρθει στο σπίτι των φίλων του αντί να πάρει τον δρόμο κατευθείαν να παρουσιαστεί εκεί που έπρεπε. «Πάω Ρουφ. Εκεί λέει».

-Αρκούδα μου, εσύ;

-Πρέπει να ακούσω το επόμενο δελτίο, λέει τα χρώματα των απολυτηρίων. Κάποιοι δεν καλούνται, ας είναι Γενική η Επιστράτευση... Ορίστε. Πλην όσων έτυχον απολυτηρίου χρώματος λευκού! Το άκουσες; Το ακούσατε; φωνάζει ο Φώτης και ανεμίζει στον αέρα το απολυτήριο.

-Εγινε και προνόμιο νά΄ σαι χαρακτηρισμένος, με τη Χούντα!λέει ο Πάκης στο άνοιγμα της πόρτας, μ΄ ένα χαμόγελο στο σφιγμένο στόμα του.Φεύγω. Εσύ μικρέ... να προσέχεις, έτσι; Αρκετά τράβηξες ώς τώρα.

-Δε φαντάζομαι να έχουν κι εκεί τριών ειδών μαρμελάδες, του είπε αγκαλιάζοντάς τον ο Φώτης.

- Τώρα αυτό, γιατί το είπες;παρατήρησε μέσα στα δάκρυα της ευτυχίας της η γυναίκα του.

Εκείνος δεν απάντησε. Μια ηρεμία απλωνόταν τώρα μέσα του. «Θα τα πούμε και μ΄ εσένανε, εν καιρώ...», σκέφτηκε κοιτώντας την σαν αφηρημένος.

Ο Αλέξης Πανσέληνος είναι συγγραφέας.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Δεκεμβριανά, η εμφύλια παραζάλη, Σεπόλια 1944.


Δεκεµβριανά. Η εµφύλια παραζάλη
Γράφει ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ την Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Στην Ελλάδα, επτά εβδοµάδες µετά το τέλος της Κατοχής και την Απελευθέρωση (Οκτ. 1944), οι διεργασίες για την οµαλή λειτουργία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου φτάνουν σε αδιέξοδο.
Η έµµεση διεκδίκηση της Αριστεράς για βελτίωση της θέσης της στο πολιτικό σκηνικό έρχεται σε σύγκρουση µε τον αστικό κόσµο, που έχει ήδη αναδιοργανωθεί µετά την Κατοχή.
Με κύρια αιτία την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να διαλύσει τις µονάδες του τακτικού στρατού στις οποίες είχε τον έλεγχο, οι ΕΑΜικοί υπουργοί (Σβώλος, Πορφυρογένης, Τσιριµώκος) παραιτούνται.
Την επόµενη ηµέρα πραγµατοποιείται στο Σύνταγµα το µεγαλύτερο ΕΑΜικό συλλαλητήριο παρά την ανάκληση της άδειάς του.
Η Αστυνοµία ανοίγει πυρ προκαλώντας θύµατα µεταξύ των διαδηλωτών και στην κηδεία τους, που γίνεται δηµόσια, ο ΕΛΑΣ µετέχει πλέον ένοπλος.
Τότε ανοίγει η εµφύλια σύρραξη στην Αθήνα και ξεκινούν τα Δεκεµβριανά.

Ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ «παρακολουθεί» τα γεγονότα από µια απόκεντρη συνοικία που βρίσκεται στα χέρια του ΕΛΑΣ, αναδεικνύοντας το στοιχείο της σύγχυσης που κυριαρχούσε στον απλό λαό.

Το έζησα πριν ακόµη γεννηθώ.



Γεννήθηκα µε τη µνήµη του, µε τις εικόνες και τις µυρωδιές του. Οι δικοί µου, όπως και όλοι στη γειτονιά, µιλούσαν γι’ αυτό µε κοφτές φράσεις, γεµάτες λέξεις και αποσιωπητικά που το πλήρες νόηµά τους καταλάβαιναν µόνον εκείνοι. Κίνηµα το έλεγαν.

Οχι Δεκεµβριανά. Κίνηµα. Για την Κατοχή µιλούσαν σχεδόν ουδέτερα, σαν για κάτι που ήρθε και πέρασε οριστικά, µ’ ένα ύφος ήρεµης ανακούφισης που το τέλος της τους βρήκε ζωντανούς. Τη λέξη Κίνηµα όµως την πρόφεραν πάντα µε δέος, σαν ν’ αναφέρονταν σε µια ακαθόριστη, αλλά φοβερή εκκρεµότητα.

Αυτό το δέος το αισθανόµουν παντού. Η φτωχή συνοικία µας, τα Σεπόλια, δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε. Τα πολυβοληµένα σπίτια κουβαλούσαν τις τρύπες και τις ρωγµές στην πρόσοψή τους όπως οι παραµορφωµένοι άνθρωποι τις από παλιά µονιµοποιηµένες και αφοµοιωµένες κακώσεις τους: αδιάφορα και γι’ αυτό τροµακτικά. Στους ασβεστωµένους προπολεµικά µαντρότοιχους των περιβολιών, των µηχανουργείων, των εργοστασίων έβλεπα, µισοξησµένα ή ξεθωριασµένα, τεράστια σφυροδρέπανα και τις λέξεις ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, ζωγραφισµένες µε κόκκινη µπογιά και χοντρά γράµµατα.
Οι γραµµές του τρένου έκοβαν στα δυο τη γειτονιά µας και ανάµεσα στις πικροδάφνες που τις περιστοίχιζαν ανακαλύπταµε, όταν παίζαµε, κάλυκες από σφαίρες, κουρέλια από στρατιωτικές στολές µισοθαµµένα στο χώµα και, σπανιότερα, σκουριασµένες χειροβοµβίδες, που είχαµε µάθει να µη τις αγγίζουµε.

Στην άλλη άκρη της συνοικίας, τη δυτική, στον ανοιχτό υπόνοµο που διέσχιζε περιβόλια και χυνόταν στον Κηφισό, βρήκαµε κάποτε µια νεκροκεφαλή µε σµπαραλιασµένο το ένα βρεγµατικό. Ο κιτρινωπός καπνός που έβγαζε το εργοστάσιο Φελιζόλ, λίγο βορειότερα, είχε µια µυρωδιά ανάµεσα σε µπαγιάτικο καβουρδισµένο καφέ και ψοφιµίλα, που απλωνόταν µερικές φορές σ’ ολόκληρη τη συνοικία.

Υπήρχαν στην περιοχή πολλές µάντρες χωρίς χρήση, µισοξέφραγες, χορταριασµένες, γεµάτες παλιά σιδερικά και κιτρινισµένες, ξυλιασµένες µε τον καιρό εφηµερίδες από τα χρόνια του ’40.

Μύριζαν απόβροχο, σήψη, µυστήριο και τρόµο. Υπήρχαν επίσης κάτι λίγες διώροφες µονοκατοικίες, στοιχειωµένες, όπως µας φάνταζαν, µε κήπο και αναρριχητικά στην πρόσοψη, πάντα σκοτεινές και ακατοίκητες. Σε κάποια άλλα εγκαταλειµµένα σπίτια βλέπαµε χαραγµένο στον τοίχο µε µολύβι ένα µεγάλο Χ µέσα σε κύκλο. Οι µεγάλοι άλλοτε µας έλεγαν ότι εκεί έµεναν παλιογυναίκες και άλλοτε ότι αυτό ήταν το σήµα της ορ γάνωσης Χ. Δεν ξέραµε τι ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και τα δύο όµως µας φόβιζαν.
Ο Θοδωράκης, ο γιος του επιπλοποιού της γειτονιάς, ήταν Χίτης. Καθώς µας µάθαινε αργότερα, σ’ εµένα και τον ξάδελφό µου, πώς να δένουµε την πρώτη µας γραβάτα κι εµείς βλέπαµε από κοντά τα πεταχτά δόντια του, το φευγαλέο πιγούνι του, τα εµπύρετα µάτια του στο χρώµα του σχιστόλιθου, µας εξηγούσε πώς πέρασε τις εξετάσεις για απολυτήριο γυµνασίου: έβγαλε το πιστόλι του, το άφησε πάνω στο θρανίο και είπε «Αυτό είναι το γραπτό µου, κύριε καθηγητά».

Τις µέρες του Κινήµατος οι Ελασίτες (από µικρός αισθάνοµαι πως όλες οι λέξεις σε -ίτης έχουν κάτι το δυσοίωνο) έρχονταν κάθε τόσο και χτυπούσαν το παράθυρο του σπιτιού µας. Οι δικοί µου έµεναν τότε σε τρία συνεχόµενα δωµάτια, που έπιαναν τη µία πλευρά µιας µικρής, µακρόστενης αυλής βυθισµένης κάτω από το επίπεδο του δρόµου. ΄Ετσι, το πρώτο δωµάτιο φαινόταν από τη µεριά του δρόµου σαν ηµιυπόγειο και το παράθυρό του ήταν ισόγειο. Χτυπούσαν, λοιπόν, οι Ελασίτες αυτό το παράθυρο και ρωτούσαν τη γιαγιά µου «Πού είναι οι γιοι σου;»
Η γιαγιά µου απαντούσε πως δεν ήξερε. Ο ένας θείος µου είχε πάει στα Τρίκαλα να φέρει τρόφιµα, ο άλλος ήταν αποκλεισµένος στο κέντρο της Αθήνας µε τους ΄Αγγλους, διερµηνέας.

Η συνοικία ήταν στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Τα βράδια ακούγαµε (άκουγαν οι δικοί µου) να βροντοκυλάνε στην οδό Δυρραχίου, λίγους δρόµους πιο πάνω, κάρα φορτωµένα µε πτώµατα Ελασιτών. Τα πήγαιναν οι συναγωνιστές τους να τα θάψουν σε µια κοντινή αλάνα, που αργότερα έγινε Παιδική Χαρά και πήγαινα συχνά εκεί για να παίξω, µέχρι που έµαθα σε τι χρησίµευε πριν.

Η απέναντι από τη δική µας πλευρά της αυλής ήταν ο πλαϊνός τοίχος ενός σπιτιού όπου έµενε µε την οικογένειά του κάποιος Μάντζαρης, που είχε διατελέσει πριν από τον πόλεµο κρατικός αξιωµατούχος κάπου στη Μακεδονία.

Αγιος άνθρωπος, έλεγαν οι δικοί µου, δεν έβλαπτε ούτε µυρµήγκι. Τον πήρανε οι Ελασίτες από το σπίτι του και τον εκτελέσανε στο Περιστέρι µαζί µε άλλους. Το πτώµα του βρέθηκε µε το δεξιό χέρι σηκωµένο και τα τρία πρώτα δάχτυλα ενωµένα στις άκρες: δεν είχε προλάβει ν’ αποσώσει το σταυροκόπηµά του, όταν τον τρύπησε η σφαίρα.

Η συνοικία µας ήταν ανταρτοκρατούµενη, όπως είπα, αλλά το µέτωπο δεν ήταν σταθερό. Αλλαζε από µέρα σε µέρα και τα σύνορα της κάθε επικράτειας ήταν πορώδη. Στην πραγµατικό τητα, δηλαδή, δεν υπήρχε µέτωπο. Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί. Κάτω από τις γραµµές του τρένου ήταν ο ΕΛΑΣ. Πάνω από τις γραµµές η περιοχή άλλαζε συνεχώς χέρια: τη µια ο ΕΛΑΣ, την άλλη η Εθνοφυλακή, άλλοτε πάλι συγχρόνως και οι δύο, ένα τετράγωνο ο ένας, ένα ο άλλος, στη µία πλευρά του δρόµου ο ένας, στην απέναντι ο άλλος. Σε σταµατούσαν για έλεγχο οι εθνοφύλακες και λίγο πιο κάτω οι Ελασίτες. Αν δεν είχες ιδέα από πολιτικά, όπως η µητέρα µου, δεν µπορούσες να καταλάβεις σε ποια παράταξη ανήκαν αυτοί που σου έκαναν έλεγχο. Πολλοί αντάρτες έµοιαζαν στο ντύσιµο µε τους εθνοφύλακες, πολλοί εθνοφύλακες µε τους αντάρτες. Υπήρχαν και ένοπλοι µε πολιτικά ρούχα, που δεν ήξερες µαζί µε ποιους πολεµούσαν.

Ακουγόταν ότι ήταν ποινικοί, που είχαν σκορπίσει δεξιά κι αριστερά µετά την παραβίαση των φυλακών Αβέρωφ σε µια φάση των µαχών.

Συχνά εισέδυαν στη συνοικία µας εθνοφύλακες και τσολιάδες, που ταµπουρώνονταν πίσω από γωνίες κι έριχναν από εκεί. ΄Ενας τσολιάς είχε ξεκάνει κάµποσους µε αυτό τον τρόπο. ΄Εβγαζε αστραπιαία το κεφάλι του και πυροβολούσε µ’ εντυπωσιακή ευστοχία, λες και τα µάτια του ήταν περισκόπιο που έστριβε γύρω από το γωνιακό σπίτι. Αµέσως έπειτα κρυβόταν πάλι πίσω από τη γωνία. Ο διοικητής του ΕΛΑΣ σ’ εκείνη την περιοχή ήταν ένας έξυπνος και πρακτικός άνθρωπος. Είχε κι ένα χρονόµετρο. Μέτρησε µε ακρίβεια το χρονικό διάστηµα ανάµεσα σε δύο βολές του εχθρού και είδε ότι ήταν σταθερό. Διέταξε τότε τον καλύτερο σκοπευτή ανάµεσα στους άνδρες του να ετοιµαστεί για βολή, αλλά να µη ρίξει πριν του πει ο ίδιος. Ενα κλάσµα του δευτερολέπτου πριν ο τσολιάς ξεµυτίσει πάλι από τη γωνία ο διοικητής, κοιτάζοντας το χρονόµετρο, έδωσε το σύνθηµα και το κεφάλι του τσολιά έγινε θρύψαλα.

Τα εγγλέζικα αεροπλάνα πετούσαν χαµηλά και πολυβολούσαν κάθε κτήριο που ήταν ύποπτο για φωλιά Ελασιτών. Μια µέρα η µητέρα µου πήγε να δει την παντρεµένη αδελφή της, που έµενε στον λόφο του Σκουζέ, µια συνοικία που συνορεύει µε τα Σεπόλια.

Ξαφνικά ακούστηκε ο στριγκός βόµβος και σαν από το πουθενά εµφανίστηκε απέναντί της ένα αεροπλάνο, σε µικρό ύψος. Στον λόφο υπήρχε µια µεγάλη αποθήκη της Εθνικής Τράπεζας, που οι αντάρτες είχαν µετατρέψει σε στρατηγείο τους. Η µητέρα µου ζάρωσε στον τοίχο ενός σπιτιού. Το αεροπλάνο χαµήλωνε ολοένα, ώσπου η µητέρα µου µπορούσε να δει τον πιλότο, κατάφατσα. Τα δύο βλέµµατα, το ερευνητικό του πιλότου και το αλαφιασµένο της µητέρας µου, έµειναν καρφωµένα το ένα στο άλλο για ένα-δυο αιώνια λεπτά. ΄Επειτα το αεροπλάνο ξαναπήρε ύψος και χάθηκε. Προφανώς ο πιλότος είχε κρίνει ότι το σχετικά καλοντυµένο κορίτσι µε το καθαρό πρόσωπο δεν ήταν σύνδεσµος των ανταρτών.

Την έναρξη του Κινήµατος την έζησε η µητέρα µου (την έζησα κι εγώ µαζί της) λίγο πιο κάτω από την Οµόνοια, στην αρχή της οδού Πειραιώς. Ξαφνικά ακούστηκε από τη µεριά της πλατείας το κροτάλισµα πολυβόλων και αυτόµατων, ένα πανδαιµόνιο από άτακτες ριπές. Ο κόσµος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Η µητέρα µου κατέφυγε µαζί µε πολλούς άλλους στο εκκλησάκι του Αγίου Γερασίµου, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου της Πολυκλινικής. Το εκκλησάκι γέµισε ασφυκτικά. Ο παπάς, όρθιος µπροστά στην Ωραία Πύλη, κοίταζε το εκκλησίασµα της ανάγκης και του τρόµου αµίλητος, µε ύφος µελαγχολικό, απελπισµένο και κάπως σαν προφήτη που βλέπει να επαληθεύεται µια θλιβερή προφητεία του.

Η συνοικία µας ήταν λαϊκή, προλεταριακή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν φτωχοί µεροκαµατιάρηδες, στην καλύτερη περίπτωση µικροϋπάλληλοι και µικροµαγαζάτορες (αρχαϊκά µπακάλικα, κουρεία, ψιλικατζίδικα, µαγειρεία, βρόµικα όλα, αλλά µε ευφραντικές, ξεχασµένες σήµερα µυρωδιές). Το ΚΚΕ είχε σηµαντική υποστήριξη εκεί. Τις µέρες του Κινήµατος έγιναν στη γειτονιά πολλά ξεκαθαρίσµατα λογαριασµών, για τα οποία δεν αντέχω να µιλήσω. Δεν ήταν όλα ταξικά, δεν ήταν πάντα οι φτωχοί που εκδικούνταν την «πλουτοκρατία».

Ο σπιτονοικοκύρης µας, για παράδειγµα, που εισέπραττε νοίκια για αρκετά χαµόσπιτα σαν αυτό όπου µέναµε, ήταν µε την Αριστερά και οι δικοί µου, που είχαν προστριβές µαζί του, όχι όµως πολιτικές, έµαθαν αργότερα ότι αυτός είχε καρφώσει στους αντάρτες τους δυο γιους της γιαγιάς µου. Όταν, λίγο πριν από το τέλος, έφτασαν στα Σεπόλια τα πρώτα εγγλέζικα τανκς, ο κόσµος ξεχύθηκε στους δρόµους να τα υποδεχτεί. Ποιος κόσµος όµως; Εκείνοι που λούφαζαν τον ένα µήνα της ανταρτοκρατίας και που ήταν περισσότεροι απ’ όσο θα νόµιζε κανείς για µια τέτοια συνοικία; ΄Η µήπως και πολλοί από εκείνους που την ίδια περίοδο εκδηλώνονταν µε διάφορους τρόπους υπέρ της λαοκρατίας; Και πού κρύβονταν τώρα οι άλλοι; Πού να ξέρεις. Εµφύλιες καταστάσεις. Εµφύλια ανεµοζάλη.

Πριν από λίγα χρόνια ανακάλυψα σ’ ένα παλιό σπίτι στο Παγκράτι, δίπλα στον Αγιο Σπυρίδωνα, µια τρύπα από σφαίρα στο σκονισµένο τζάµι ενός παράθυρου.Ηταν από το Κίνηµα. Σκέφτηκα ότι, αν κάτι τόσο λεπτό και εύθραυστο όσο ένα απλό τζάµι κουβαλάει εξήντα τόσα χρόνια τη µνήµη εκείνων των γεγονότων, ίσως το δέος που ένιωθαν τότε οι δικοί µου για µια φοβερή εκκρεµότητα δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο.

£ Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί