Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Τον εξαπάτησαν οι Αμερικανοί, συνέντευξη στον Αδέσμευτο Τύπο.


Ετσι με εξαπάτησαν οι Αμερικανοί»!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ στον Αδέσμευτο Τύπο της 25 Ιουλίου 2010.

Η φωνή του ακούγεται κοφτή και αποφασιστική στο μικρό κελί που του έχει διατεθεί στην έκτη πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού. «Με εξαπάτησαν ο Σίσκο και ο Κίσινγκερ για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας στην Κύπρο». Ο ίδιος, ντυμένος με μια αθλητική φόρμα, μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι εκστρατείας όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται τα ατέλειωτα 35 χρόνια που μεσολάβησαν από την καταδίκη του για τη συμμετοχή στο Απριλιανό Πραξικόπημα και το ρόλο του στα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974.
Παρότι μικρόσωμος, νιώθεις παρατηρώντας αυτόν τον ηλικιωμένο άνδρα ότι κρύβει μέσα του πολλή δύναμη και σκληράδα όπως και αρκετά μυστικά…
Με εξαίρεση ένα πρόβλημα που είχε με την όρασή του το οποίο ξεπεράσθηκε επιτυχώς, η υγεία του είναι πολύ καλή, ενώ η διαύγεια και η παρατηρητικότητά του εντυπωσιάζουν για κάποιον που είχε υπερβεί τότε (Ιούλιος του 2009) το 87ο έτος της ηλικίας του.
Ο Μίμης, όπως του προσφωνούν οι λίγοι φίλοι του, γνωστότερος στον ελληνικό λαό ως «ο αόρατος δικτάτορας» , κατά κόσμον ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης, δεν κρύβει την οργή του για την ενορχηστρωμένη συμπαιγνία σε βάρος του από την τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Κάνοντας μια αναδρομή στην κρίσιμη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, λίγες μέρες μετά την τουρκική απόβαση στο Πεντεμίλι της Κυρήνειας, στο ΑΕΔ (Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων) -στην οποία εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη, του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας Κυπραίου και Λατσούδη και των αρχηγών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, συμμετείχαν ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα Χένρι Τάσκα και ο υφυπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Σίσκο, που μόλις είχε προσγειωθεί ερχόμενος από την Αγκυρα όπου συναντήθηκε με τον Ετσεβίτ- αποκαλύπτει πως οι Αμερικανοί προσπάθησαν να… αποκοιμίσουν την Αθήνα, ενώ συνεχιζόταν η τουρκική εισβολή.
«Ο Σίσκο, που πήρε το λόγο αμέσως μετά την είσοδό του στην αίθουσα του τρίτου ορόφου του Πενταγώνου όπου συνεδριάζαμε, μας ζήτησε να δείξουμε αυτοσυγκράτηση. Μας διαβεβαίωσε μάλιστα, ότι αυτός και ο Κίσινγκερ θα έπειθαν τους Τούρκους να αποχωρήσουν από την Κύπρο, τα επόμενα 24ωρα, αφήνοντας μια δύναμη περίπου 1.500 ανδρών για ενίσχυση της ΓΟΥΡΔΥΚ και της τόνωσης του ηθικού των Τουρκοκυπρίων. Γι’ αυτό και μας κάλεσε να αποφύγουμε κάθε πολεμική ενέργεια».
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο ίδιος και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι είπε απευθυνόμενος στην αμερικανική πλευρά: «Μας εξαπατήσατε, όπως κάνατε και προ ημερών, όταν μας υποσχεθήκατε ότι ο έκτος στόλος θα περιπολούσε στα στενά της Μερσίνας, ώστε να αποτρέψει τουρκική αποβατική ενέργεια».
Ο Ιωαννίδης θυμάται ότι αμέσως σηκώθηκαν τόσο ο Γκιζίκης όσο και Κυπραίος και απευθυνόμενοι στους δύο Αμερικανούς στα αγγλικά, τους προειδοποίησαν ότι αν οι Τούρκοι δεν αποχωρούσαν άμεσα, η Ελλάδα θα έφευγε από το ΝΑΤΟ και θα «κήρυττε τον πόλεμο στην Αγκυρα».
Μετά από μικρή παύση, ανακαλώντας τη μνήμη του, λέει: «Αμέσως έπεισα τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο να κηρύξουμε γενική επιστράτευση! Παράλληλα αποφασίσαμε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που το ίδιο βράδυ έβγαζε το 353/74 ψήφισμα, να κληθούν όλα τα μέρη να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου».
«Εκτός από την επιστράτευση, σε τι άλλες ενέργειες προχωρήσατε;», τον ρωτήσαμε, με το θάρρος της γνωριμίας που είχαμε αποκτήσει, καθώς ένα παιχνίδι της μοίρας μας έφερε να μοιραζόμαστε τους ίδιους χώρους για ένα χρονικό διάστημα. «Διέταξα τον τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Πέτρο Αραπάκη να στείλει αμέσως τα μισά υποβρύχια που βρισκόντουσαν στα Δωδεκάνησα στην Κύπρο και να χτυπήσουν τα τουρκικά πλοία, ενώ πρότεινα να κηρύξουμε την Ενωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα».
«Τελικά τι έγινε;», τον ξαναρωτήσαμε. «Διατύπωσαν δισταγμούς τόσο ο Μπονάνος που ακόμη πίστευε στη μεσολάβηση των Αμερικανών όσο και ο Γκιζίκης. Αλλά και ο τότε αρχηγός της Αεροπορίας Παπανικολάου, όταν του ζήτησαν να στείλουμε τα Φάντομ που είχαμε και να διαλύσουν τους εισβολείς, άρχισε τις αναλύσεις σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες των συγκεκριμένων αεροσκαφών»…
Αναπόφευκτη η απορία μας για το «εάν θα κερδίζαμε έναν πόλεμο με την Τουρκία που υπερτερούσε αριθμητικά τόσο σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε οπλικά συστήματα»…
«Κι όμως, δεν ήταν έτσι τα πράγματα», μας διέκοψε, «γιατί οι συσχετισμοί στην ποιότητα των όπλων, ιδιαίτερα στην Αεροπορία και στο Ναυτικό, ήταν συντριπτικά υπέρ μας. Ακόμη και στο Στρατό Ξηράς όπου η Τουρκία υπερτερούσε τρία προς ένα, δεν είχαμε ουσιαστικό πρόβλημα λόγω του περιορισμένου μετώπου στον Εβρο.
Εξάλλου, εμείς είχαμε καλύτερα άρματα μάχης, τα γαλλικά ΑΜΧ, που ήταν πιο σύγχρονα και γρήγορα από τα αμερικανικά Μ-47 που διέθεταν, είναι αλήθεια σε μεγάλους αριθμούς αυτοί. Επιπλέον, οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί είχαμε πολεμική εμπειρία από την περίοδο 1946-9, ενώ οι Τούρκοι είχαν να πολεμήσουν από το ’22».
Για τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο άνδρα της χώρας… «η κρίσιμη διαφορά ήταν στην ψυχοσύνθεση των δύο λαών. Ο Ελληνας στρατιώτης εκείνης της εποχής (1974) ήταν πολύ καλύτερα εκπαιδευμένος και είχε υψηλότερο ηθικό από τον αντίστοιχο Τούρκο».
Σύμφωνα με τον ίδιο… «τα 22 Φάντομ που μόνο εμείς τότε διαθέταμε θα δημιουργούσαν υπεροχή στον αέρα και θα συνέτριβαν την τουρκική αεροπορία. Απ’ ό,τι θυμάμαι πετούσαν με επιχειρησιακή ταχύτητα 700 χλμ. την ώρα και ήταν απείρως γρηγορότερα από τα F-104, F-100 και F-84 που είχαν οι Τούρκοι. Ειδικά τα τελευταία ήταν κάτι παλιατζούρες από τον καιρό της Κορέας που ίσα - ίσα πετούσαν».
Αλλά και στο Ναυτικό, σύμφωνα με τον ιδεολογικό υπεύθυνο του Απριλιανού καθεστώτος, όπως ο ίδιος αρέσκεται να αποκαλεί τον εαυτό του, η διαφορά ήταν συντριπτική: «Πρέπει να ’χαμε δύο – τρία αντιτορπιλικά περισσότερα από τους Τούρκους, αλλά το παιχνίδι θα κερδιζόταν από τα υποβρύχια και τις γαλλικές πυραυλάκατους που μόλις είχαμε παραλάβει. Είχαμε οχτώ γερμανικά υποβρύχια, από τα οποία τα τέσσερα ήταν σύγχρονα τύπου 2009, ενώ αυτοί κάτι απομεινάρια αμερικανικά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου».
Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει… «μπορούσαμε να διαλύσουμε τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις. Θυμάμαι ότι τα υποβρύχια του Αραπάκη απείχαν περίπου 80 ναυτικά μίλια από την Πάρο και τα Φάντομ βρίσκονταν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Στη σύσκεψη που έγινε τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου στο γραφείο του Γκιζίκη, είπα στον Αραπάκη να βουλιάξει όλα τα τουρκικά πλοία που ήταν έξω από το λιμάνι της Κυρήνειας και στον Παπανικολάου να στείλει από την Κρήτη τα πρώτα έξι Φάντομ και να βομβαρδίσουν οτιδήποτε τουρκικό εκινείτο πάνω στο νησί».
Τελικά, όμως, δεν έγινε τίποτε απ’ όλ’ αυτά. «Γιατί;», τον ρωτήσαμε.
«Μας πρόδωσαν, δεν το κρύβω, οι αρχηγοί των γενικών επιτελείων και ο Γκιζίκης. Οπως πληροφορήθηκα εκ των υστέρων οι τρεις αρχηγοί μαζί με τον Μπονάνο και τον Γκιζίκη, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να μην έρθουν σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, ενώ ο Αραπάκης διέταξε τα υποβρύχια να γυρίσουν πίσω και ο Παπανικολάου να μη σηκωθεί ούτε ένα αεροπλάνο. Στη συγκεκριμένη σύσκεψη, όπως ενημερώθηκα από τον αρχηγό του Στρατού αντιστράτηγο Γαλατσάνο, ο Αραπάκης πρότεινε κι οι άλλοι συμφώνησαν να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς».
Ο ίδιος απαντά και στην κατηγορία ότι ήθελε το θάνατο του Μακαρίου. «Σε καμία περίπτωση γιατί έτσι θα κλονιζόταν το έρεισμα της Ενωσης, μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότεροι Κύπριοι ήταν μακαρικοί. Η διαταγή που είχα δώσει προσωπικά στον συνταγματάρχη Κων/νο Κομπόκη, που ήταν επικεφαλής της επίθεσης στο Προεδρικό Μέγαρο, ήταν να συλληφθεί ο Μακάριος ζωντανός».
Οσο για την τύχη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου ο Ιωαννίδης υποστηρίζει ότι ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ που «δεν έβλεπε με καλό μάτι τον Μακάριο», του είχε προτείνει να «φιλοξενηθεί» για ένα διάστημα σε Μοναστήρι του Αγίου Ορους.

«Ο Σεραφείμ γνώριζε προσωπικά πολλούς ηγούμενους και με είχε πείσει ότι θα μπορούσε να τακτοποιήσει το θέμα».
Για τον «αόρατο δικτάτορα» δεν έγιναν εγκλήματα στη διάρκεια της Επταετίας για τα οποία να θεωρείται ηθικός αυτουργός. «Μάθατε πότε να μου έχει γίνει καμία αγωγή για το συγκεκριμένο θέμα ή κάποιος να έχει στραφεί ζητώντας αποζημίωση από την οικογένειά μου, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε θύμα μου;», αναρωτιέται.
Οσο για τους δημοσιογράφους, θεωρεί ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα, ακόμη και να μπουν στη φυλακή, όπως ο υπογράφων, προκειμένου να κάνουν ρεπορτάζ. Εμείς, όμως, οφείλουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα, έστω και από αυτήν την πλευρά, καθώς η παραφιλολογία που είχε αναπτυχθεί γύρω από την Κυπριακή τραγωδία, μας δίνει το δικαίωμα να φωτίσουμε όλες τις πτυχές εκείνων που πρωταγωνίστησαν την συγκεκριμένη περίοδο…






Σχόλιο του κ. Πάτροκλου Σταύρου, Υφυπουργού της Κυπριακής Δημοκρατίας (1963-1993)
στον Αδέσμευτο Τύπο της Κυριακής 1 Αυγούστου 2010


«Ετσι με εξαπάτησαν οι Αμερικανοί», λέγει στο τελευταίο φύλλο του Κυριακάτικου «Αδέσμευτου» ο ισοβίτης του Κορυδαλλού Ιωαννίδης. Μια απάντηση και ένας σύντομος σχολιασμός στη «συνέντευξή» του.
Δηλαδή, συνεργάστηκαν μαζί του οι Αμερικανοί κι εκείνος μαζί τους για να διενεργήσουν το πραξικόπημα στην Κύπρο κατά της Κύπρου και του Μακαρίου και τον εξαπάτησαν. Τώρα το κατάλαβε; Αλλά γιατί έλεγε ότι ο Μακάριος έκανε το πραξικόπημα εναντίον του εαυτού του; Αλλωστε γι’ αυτό οι Αμερικανοί τον επέλεξαν. Για να τον «εξαπατούν», ως απυθμένως αφελή!
Ενώ οι Τούρκοι, που κι εκείνοι συνεργάσθηκαν με τους Αμερικανούς, αλλ’ από την ανάποδη, είπαν ότι θα καταλάβουν μόνο ένα κομματάκι της Κύπρου και οι Αμερικανοί συμφώνησαν. Τελικά κατέλαβαν τη μισή Κύπρο και οι Αμερικανοί σιώπησαν.
Του είπαν, λέει, οι Αμερικανοί ότι «θα έπειθαν τους Τούρκους να αποχωρήσουν από την Κύπρο τα επόμενα 24ωρα». Και το έχαψε! Στη συνέχεια διέταξε γενική επιστράτευση. Εγινε και ήταν η γελοιωδέστερη επιστράτευση του κόσμου. Διέταξε να κτυπήσουν τα τουρκικά πλοία. Διέταξε να κτυπήσουν τα τουρκικά αεροπλάνα. Διέταξε να κτυπήσουν τον Τουρκικό Στρατό Ξηράς. Και στα τρία αυτά Οπλα, λέγει στη «συνέντευξή» του, η Ελλάς υπερτερούσε. Γιατί, λοιπόν, δεν εκτύπησαν; Καλύτερα ήταν και τα άρματά μας, λέγει. Είχαμε και μεγαλύτερη εμπειρία στον πόλεμο. Και το δικό μας ηθικό ήταν υψηλότερο. Η «κρίσιμη διαφορά ήταν στην ψυχοσύνθεση των δυο λαών», λέγει ακαταλαβίστικα.
Παντού και σε όλα, επαναλαμβάνει, «η διαφορά ήταν συντριπτική» υπέρ μας.
Είχαμε και σπουδαία και σύγχρονα υποβρύχια και πυραυλακάτους, ενώ οι Τούρκοι είχαν «απομεινάρια αμερικάνικα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Είπε, λέγει, στον Αραπάκη ότι «μπορούσαμε να διαλύσουμε τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις».
Γιατί δεν τις διέλυσαν; Είπε και στον Παπανικολάου «να στείλει από την Κρήτη τα πρώτα έξι Φάντομ και να βομβαρδίσουν οτιδήποτε τουρκικό εκινείτο πάνω στο νησί». Γιατί δεν έστειλαν ούτε ένα;
Είχε απειλήσει τους Αμερικανούς ο μέγας στρατηλάτης Ιωαννίδης ότι η Ελλάδα θα «κήρυττε τον πόλεμο στην Αγκυρα». Γιατί δεν τον κήρυξε τον πόλεμο στην Αγκυρα; Αλλ’ έκανε κάτι άλλο, λέγει: «Παράλληλα αποφασίσαμε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που το ίδιο βράδυ έβγαζε το 353/74 ψήφισμα, να κληθούν όλα τα μέρη να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου»! Αποφασίσαμε, λέγει!
Ιδέα δεν είχε τι συνέβαινε; Τον εξαπάτησαν και σ’ αυτό οι Αμερικανοί; Αφού η Ελλάδα του τότε ήταν κατηγορούμενη για όσα έκανε στην Κύπρο. Θα έβγαζε και ψηφίσματα υπέρ της Κύπρου;
Τα έργα του Ιωαννίδη είναι αποτρόπαια. Του είπαν και τον ρώτησαν «ότι ήθελε το θάνατο του Μακαρίου». Και είπε «σε καμιά περίπτωση γιατί έτσι θα κλονιζόταν το έρεισμα της Ενωσης, μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότεροι Κύπριοι ήταν μακαρικοί». Και είχε δώσει διαταγή στον συνταγματάρχη Κομπόκη, που ήταν επικεφαλής της επίθεσης στο Προεδρικό Μέγαρο, να συλληφθεί ο Μακάριος ζωντανός.
Βέβαια, αλλά έλεγε και έλεγαν τότε: Ο Μακάριος ήταν το εμπόδιο στην Ενωση.
Στα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς η εκπαίδευση και η κατήχηση ήταν για τον ανθενωτικό Μακάριο, τον αρχομανή, τον φιλόδοξο και άλλα πολλά αηδιαστικά. Ελεγαν ότι δεν αντιπροσωπεύει τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό. Εκανε τότε εκλογές ο Μακάριος και ψηφίστηκε από το 97% του λαού. Τον Κομπόκη διέταξε ο Ιωαννίδης να συλλάβει ζωντανό τον Μακάριο, άρα δεν ήθελε το θάνατό του, αλλά στον Σαμψών ταυτόχρονα παράγγειλε να του στείλει επί πίνακι την κεφαλή του Μακαρίου. Αυτή η διαταγή της νέας Ηρωδιάδας έχει μαγνητοφωνηθεί.
Ο αρχηγός του πραξικοπήματος ταξίαρχος Μιχάλης Γεωργίτσης κατέθεσε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων το Μάρτιο του 1986 ότι η εντολή από την Αθήνα ήταν: «Νεκρός ο Μακάριος». Εγώ, που ήμουν τότε μαζί με τον Μακάριο στο Προεδρικό Μέγαρο, και επίμονα και έντονα τον παρότρυνα να φύγει και ευτυχώς με άκουσε, λέω πως, αν τον έπιαναν, θα τον έκαναν κιμά! Ο Μακάριος κατέφυγε στην Πάφο και εκεί έστειλαν μιαν πολεμική ακταιωρό για να τον σκοτώσει μέσα στη Μητρόπολη.
Εστειλαν και πεζοπόρα τμήματα, αλλ’ ο Μακάριος είχε φύγει για τη Μάλτα και μετά για Λονδίνο.
Οι ισχυρισμοί του Κομπόκη ότι «άφησε αφύλακτη την πίσω πόρτα του Προεδρικού Μεγάρου», και έφυγε ο Μακάριος, είναι φληναφήματα και παραμύθια της Χαλιμάς.
Πίσω πόρτα του Προεδρικού δεν υπάρχει, αλλά δεν μπόρεσε να φτιάξει ολίγον αληθοφανές το δόλιο ψέμα του. Αν το είχε κάνει αυτό, θα ενημέρωνε και τον βασιλέα Κωνσταντίνο στο Λονδίνο.
Τι να τα λέμε! Ο Ιωαννίδης και οι συν αυτώ κατέστρεψαν την Κύπρο και άνοιξαν τις αρπακτικές ορέξεις και βουλιμίες της Τουρκίας κατά της Ελλάδος, τις οποίες καθημερινά βλέπουμε και ακούμε. Μήπως η σωτηρία μας είναι τελικά ο ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης και δεν το ξέρουμε; Διερωτώμαι, γιατί η Τουρκία να μην του έχει στήσει ακόμη ανδριάντα.

* Ο δρ Πάτροκλος Σταύρου είναι πρώην υφυπουργός παρά τω Προέδρω της Κυπριακής Δημοκρατίας (1963-1993)
..........................................................
Απομονωμένος μέχρι το τέλος ο Δημ Ιωαννίδης, Τα Νέα, 19 Αυγούστου 2010.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Πως άφησαν τους Τούρκους να εισβάλουν ανενόχλητοι, του Μακάριου Δρουσιώτη στην Ελευθεροτυπία.


Πώς άφησαν τους Τούρκους να εισβάλουν ανενόχλητοι
Του ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στις 20 Ιουλίου 1974, τα χαράματα, οι Τούρκοι ξεκίνησαν την αποβατική τους επιχείρηση στις ακτές της Κερύνειας. Στη Λευκωσία, το κρατικό ραδιόφωνο ξεκίνησε την εκπομπή του στις 6.00 το πρωί με πρωινή προσευχή, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Η πραξικοπηματική κυβέρνηση κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Η Εθνική Φρουρά ήταν ένας στρατός υποτυπωδώς εξοπλισμένος με μέσα, κατάλοιπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πιο αξιόμαχες μονάδες χρησιμοποιήθηκαν στο πραξικόπημα που έγινε πέντε μέρες πριν και ήταν εξουθενωμένες. Η δυνατότητα στρατιωτικής αντίδρασης στην τουρκική εισβολή ήταν μηδαμινή.

Ενώ οι Τούρκοι αποβιβάζονται με άνεση, σαν τουρίστες, οι ελληνικές δυνάμεις κάνουν «αντεπίθεση» σε τουρκοκυπριακά χωριά
Η μόνη αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη που υπήρχε στην Κύπρο ήταν το ελληνικό απόσπασμα (ΕΛΔΥΚ), που απαριθμούσε 950 άντρες. Ομως, σχεδόν οι μισοί, ήταν νέοι στρατιώτες που είχαν αντικατασταθεί στις 18 Ιουλίου, μόλις δύο μέρες πριν από την εισβολή. Το γεγονός ότι η χούντα προχώρησε στην κανονική αντικατάσταση των οπλιτών της ΕΛΔΥΚ, παρά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, μαρτυρεί ότι δεν ανέμενε πολεμική κρίση στην Κύπρο.

Ο υπολογισμός που είχε κάνει η χούντα, ότι η Τουρκία θα ικανοποιούνταν με την ανατροπή του Μακαρίου και δεν θα εισέβαλλε στην Κύπρο, αποδείχθηκε αφελής. Το ίδιο αφελής ήταν και η πεποίθηση του Ιωαννίδη, όπως την είχε μεταφέρει στους συνεργούς του, ότι είχε κάλυψη από τις ΗΠΑ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στις 20 Ιουλίου 1974, η χούντα στην Αθήνα και οι εγκάθετοί της στην Κύπρο απέτυχαν παταγωδώς να εφαρμόσουν, έστω και υποτυπωδώς, ένα σχέδιο άμυνας που αν μη τι άλλο θα μεγιστοποιούσε το κόστος της επέμβασης της Τουρκίας. Οποια αντίσταση υπήρξε ήταν χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και εν πολλοίς αναποτελεσματική.

Μια ανάγνωση της κατάθεσης που έδωσε στην ερευνητική επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου, στη Βουλή των Ελλήνων, ο αρχηγός του πραξικοπήματος, ταξίαρχος Μιχάλης Γιωργίτσης, όπως δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην έκδοση της «Ε», «Φάκελος Κύπρου, τα απόρρητα ντοκουμέντα», είναι αρκούντως αποκαλυπτική της αδυναμίας αντίληψης της δραματικότητας των στιγμών, όταν η Τουρκία εξαπέλυσε την επιδρομή της κατά της Κύπρου:

«Τις πρώτες πρωινές ώρες της 20/7 μας έλεγαν από το ΑΕΔ ότι πρόκειται για άσκηση του ΝΑΤΟ, ή ότι συμμετέχουν οι Τούρκοι σε άσκηση του ΝΑΤΟ, ότι μπλοφάρουν κ.λπ. Το BBC ανήγγειλε ότι άρχισε η επίθεση των Τούρκων στις 20/7 το πρωί και ειδικότερα γύρω στις 5.20 π.μ. που ήλθαν τα αεροπλάνα και έκαναν ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Και τότε που έκαναν τις ρίψεις, το ΑΕΔ δεν αποδέσμευσε τα αντιαεροπορικά μας».

Δύο «Αφροδίτες»

Η Εθνική Φρουρά είχε δύο σχέδια άμυνας της Κύπρου: το «Αφροδίτη Ενα» και το «Αφροδίτη Δύο». Το «Αφροδίτη Ενα» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Κύπρος θα δεχόταν επίθεση από την Τουρκία και θα χρειαζόταν να αποκρούσει προσπάθεια αποβίβασης δυνάμεων.
Σε μια τέτοια περίπτωση η συνδρομή της Ελλάδος θα ήταν:
* Αποστολή υποβρυχίων για βύθιση του αποβατικού στόλου.
* Αεροπορική κάλυψη της Κύπρου.
* Συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ στην προσπάθεια απόκρουσης της εισβολής.
Η δημιουργία τουρκικού προγεφυρώματος εθεωρείτο αναπόφευκτη και το σχέδιο προέβλεπε χρησιμοποίηση της ΕΛΔΥΚ για την καταστροφή του.

Σύμφωνα με το σχέδιο, η ΕΛΔΥΚ «θα ετηρείτο εφεδρεία και θα αποτελούσε την κύρια δύναμη αντεπίθεσης κατά του προγεφυρώματος που τυχόν θα δημιουργείτο (...) τη νύχτα της D/D+1», που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η νύχτα της 20ής προς την 21η Ιουλίου.

Το «Αφροδίτη Δύο» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Εθνική Φρουρά ήταν αυτή που θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Προέβλεπε αιφνιδιασμό των Τούρκων, με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των τουρκοκυπριακών θυλάκων σε όλη την Κύπρο. Η κύρια προσπάθεια θα ήταν η διάλυση του θυλάκου του Κιόνελι, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο σημαντικότερος και εκτεινόταν μεταξύ Λευκωσίας - Αγύρτας, στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου.

Προγεφύρωμα
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τουρκικός στρατός δημιούργησε προγεφύρωμα στην Κερύνεια, προτού καν η Εθνική Φρουρά κηρύξει επιστράτευση. Συνεπώς, εκείνο που μπορούσε να κάνει το Γενικό Επιτελείο ήταν να προσπαθήσει να συγκρατήσει το πρώτο αποβατικό κύμα, εν αναμονή της αεροπορικής και ναυτικής υποστήριξης από την Ελλάδα. Ακολούθως η ΕΛΔΥΚ, ως η μόνη συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη εφεδρείας, θα πραγματοποιούσε νυχτερινή αντεπίθεση, για να καταστρέψει το εχθρικό προγεφύρωμα. Μια επιτυχής αντεπίθεση και εξουδετέρωση του προγεφυρώματος, το βράδυ της 20ής προς την 21η Ιουλίου 1974, αποτελούσε τον σοβαρότερο κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι Τούρκοι στα πρώτα στάδια της εισβολής. «Η μεγαλύτερη ανησυχία μας ήταν η αποτυχία του πρώτου κύματος των αποβατικών μας δυνάμεων με επέμβαση των αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων του εχθρού. Η Εθνική Φρουρά δεν είχε δυνατή αεροπορία και ναυτικό. Ομως μπορούσε να ενισχυθεί από την Ελλάδα», αναφέρει ο διοικητής της 39ης Μεραρχίας, στρατηγός Ντεμιρέλ, ο οποίος ηγήθηκε της τουρκικής αποβατικής δύναμης.

Τα μπέρδεψαν;
Στις 20 Ιουλίου, η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς, αντί να δώσει διαταγή για εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη Ενα», αφού την πρωτοβουλία την είχαν αναλάβει οι Τούρκοι και βρισκόταν σε εξέλιξη αποβατική επιχείρηση, άρχισαν να εφαρμόζουν το «Αφροδίτη Δύο». Αντί το βράδυ της 20ής Ιουλίου η ΕΛΔΥΚ να επιχειρήσει εκκαθάριση του προγεφυρώματος στην Κερύνεια, διατάχθηκε να επιτεθεί κατά του θυλάκου Κιόνελι. Ο θύλακος αυτός εκτεινόταν από τα βόρεια της Λευκωσίας μέχρι την οροσειρά του Πενταδάκτυλου σε μια τεράστια έκταση, σχετικά πυκνοκατοικημένη. Η επιχείρηση κατάληψής της από ένα τάγμα της ΕΛΔΥΚ δεν είχε κανένα στρατιωτικό νόημα.

Η ΕΛΔΥΚ διατάχθηκε να επιτεθεί κατά του θυλάκου με την υποστήριξη μερικών γερασμένων ρωσικών αρμάτων που διέθετε η Εθνική Φρουρά. Από τα 27 άρματα που υπήρχαν στη Λευκωσία, έφτασαν στην ΕΛΔΥΚ μόνο τα 13. Τα υπόλοιπα παρέμειναν σε διάφορα σημεία της πόλης για να προσφέρουν ασφάλεια στο καθεστώς. Από τα 13 άρματα χρησιμοποιήθηκαν στις μάχες μόνο τα επτά. Τα υπόλοιπα, καταπονημένα από το πραξικόπημα, παρέμειναν στο στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον ταξίαρχο Γεώργιο Σέργη, ο οποίος μελέτησε τις εκθέσεις των αξιωματικών που πήραν μέρος στις επιχειρήσεις στην Κύπρο, η επίθεση της ΕΛΔΥΚ κατά του Κιόνελι, «κακώς σχεδιασθείσα, μη προπαρασκευασθείσα και κακώς εκτελεσθείσα, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ούτε ως επιθετική αναγνώριση».

Ερωτήματα
Από το 1974 κανείς δεν έδωσε μια πειστική εξήγηση για το «μπέρδεμα» αυτό.
Γιατί η ΕΛΔΥΚ επιτέθηκε στο κατοικημένο Κιόνελι και δεν επιχείρησε να καταστρέψει το τουρκικό προγεφύρωμα στην ακτή της Κερύνειας; Ηταν η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς τόσο άσχετη που οργάνωσε και εκτέλεσε τόσο άψογα ένα πραξικόπημα, αλλά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει ένα αμυντικό από ένα επιθετικό σχέδιο;

Ανάλογες διαταγές δόθηκαν και σε τάγματα εφεδρείας της Εθνικής Φρουράς που τέθηκαν υπό τη διοίκηση της ΕΟΚΑ Β. Ενόσω ο τουρκικός στρατός, σχεδόν ανενόχλητος, αποβιβαζόταν στις βόρειες ακτές, η Εθνική Φρουρά διέθεσε τις δυνάμεις της για να επιτεθούν στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, κυρίως στο νότιο τμήμα της Κύπρου.

Εκ του αποτελέσματος υπήρξε το εξής φαινόμενο: Τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν σχεδόν ανενόχλητα στην Κύπρο και προέλασαν χωρίς σοβαρή αντίσταση στο εσωτερικό, σπρώχνοντας τον ελληνικό πληθυσμό να βρει καταφύγιο στον πιο ασφαλή Νότο.


Ταυτόχρονα, με τις επιχειρήσεις εναντίον των τουρκοκυπριακών θυλάκων στο Νότο, υπήρξε μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων προς το Βορρά. Ηταν αυτό ένα σχέδιο βίαιης μετακίνησης πληθυσμών; Το σενάριο ακούγεται λογικό, πλην όμως δεν υπάρχουν τα τεκμήρια που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε μια τόσο καλά οργανωμένη συνωμοσία, που να συντόνιζε ακόμη και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εκατέρωθεν.

Ο γρίφος λύνεται
Ο Μιχάλης Γεωργίτσης, στην κατάθεσή του που δημοσιεύτηκε στην προαναφερθείσα έκδοση της «Ε», ρίχνει κάποιο φως στη σκοτεινή αυτή πτυχή, που λύνει το γρίφο:
- Δεν υπήρξε κανένα μπέρδεμα των σχεδίων στην Κύπρο. Το να επιτεθεί η ΕΛΔΥΚ στο θύλακο του Κιόνελι ήταν ρητή διαταγή από το ΑΕΔ της Ελλάδας, και συγκεκριμένα από τον ταξίαρχο Χανιώτη, ο οποίος είχε την αρμοδιότητα των επιχειρήσεων στην Κύπρο. Μάλιστα, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ, συνταγματάρχης Νικολαΐδης, διαφωνούσε διότι δεν προέβλεπαν κάτι τέτοιο τα σχέδια. Ομως το ΑΕΔ επέμενε.

Αναφέρει σχετικά ο Γεωργίτσης: (o επικεφαλής του πραξικοπήματος εναντίον του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη Μακάριου)
«Η ΕΛΔΥΚ δεν ενήργησε σύμφωνα με το αμυντικό σχέδιο της Κύπρου. Αυτό δεν το διέταξε ο κ. Χανιώτης διατάσσοντας "εφαρμόσατε σχέδιο με την κάτωθι τροποποίηση. ΕΛΔΥΚ επιτεθεί προς Κιόναλι". Διά του τρόπου αυτού αποδυναμωνόταν η αμυντική ικανότητα της Κύπρου».
Διαταγές
Και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του:
«Δεν έστρεψα εγώ τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ εναντίον του θύλακα Αγύρτα - Λευκωσία (Κιόνελι). Αυτό το διέταξε ο κ. Χανιώτης τροποποιώντας το σχέδιο. Και επειδή ο κ. Νικολαΐδης έχοντας υπόψη ότι τα σχέδια δεν προέβλεπαν κάτι τέτοιο διατύπωσε επιφυλάξεις, του είπα να επικοινωνήσει με τον κ. Χανιώτη και αν εκείνος τροποποιήσει τη διαταγή του "πάρε με εμένα στο τηλέφωνο" να μη γίνει (κίνηση) προς Κιόνελι διότι και εγώ δεν ήθελα».

Τι σήμαινε, όμως, η απόφαση «επιτεθείτε στο Κιόνελι;».
Ας βάλουμε ξανά τα γεγονότα στη σειρά:
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο σχέδιο «Αφροδίτη Ενα» για την άμυνα της Κύπρου σε περίπτωση τουρκικής εισβολής προέβλεπε:
* Ναυτική υποστήριξη από την Ελλάδα με αποστολή υποβρυχίων.
* Αεροπορική υποστήριξη, παρά τη μεγάλη απόσταση.
* Αξιοποίηση της ΕΛΔΥΚ ως κύριας δύναμης εφεδρείας για την καταστροφή του τουρκικού προγεφυρώματος.

Τι έγινε στην πράξη:
Τα υποβρύχια διατάχθηκαν δύο φορές και γύρισαν πίσω.
Τα αεροπλάνα διατάχθηκαν την τελευταία στιγμή να μην απογειωθούν.
Η ΕΛΔΥΚ αντί να διαταχθεί να επιτεθεί στο προγεφύρωμα, επιτέθηκε στο θύλακα του Κιόνελι.
Ηταν αυτό αποτέλεσμα προειλημμένης απόφασης, με σκοπό τη διευκόλυνση της εισβολής και διχοτόμηση της Κύπρου; Μάλλον απίθανο. Απλώς, η χούντα δεν μέτρησε καλά τα κουκιά της. Είτε λόγω ανεπάρκειας, είτε ανοησίας, είτε διαβεβαιώσεων που πήρε ή νόμιζε ότι πήρε, δεν περίμενε τουρκική εισβολή. Κι όταν εκδηλώθηκε η εισβολή, απλώς φοβόταν να συγκρουστεί ευθέως με την Τουρκία.

Υποδείξεις
Από τα πρώτα στάδια της διπλωματικής προεργασίας της εισβολής, η Τουρκία διαμήνυσε στην Ελλάδα να μην αναμιχθεί στρατιωτικά. Επίσης, ο κυρίαρχος στόχος του αμερικανικού παράγοντα, τις παραμονές της εισβολής, ήταν να αποτρέψουν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Κατά την αποστολή του στην Αθήνα, ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο υποδείκνυε στην ελληνική κυβέρνηση να μην αντιδράσει στρατιωτικά στην τουρκική εισβολή, διότι δεν θα βοηθούσε την Κύπρο και θα κινδύνευε να χάσει το Αιγαίο ή μέρος της Θράκης.

Ιστορικά, από το 1960 μέχρι το 1974, η Ελλάδα αναγνώριζε αυτή την πραγματικότητα. Ακόμη και την περίοδο της παρουσίας τής ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο (1964-1967) η Ελλάδα απέφυγε με θρησκευτική ευλάβεια να ρισκάρει στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Το 1964, όταν η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε την Κύπρο, οι οδηγίες προς τη μεραρχία ήταν να απέχει από κάθε στρατιωτική ενέργεια. Και το 1967, στην πολεμική κρίση της Κοφίνου, όταν η Τουρκία εκβίασε την Ελλάδα με πόλεμο, η χούντα διέταξε την απόσυρση της μεραρχίας από την Κύπρο.

Για την τιμή των όπλων
Το 1974 η χούντα στην πλειοψηφία της, με εξαίρεση τον Ιωαννίδη που ήταν απρόβλεπτος, έτρεμε από τον κίνδυνο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης και έκανε το παν για να μην υπάρξει στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που περιόρισαν τον Ιωαννίδη, ο οποίος θεωρήθηκε επικίνδυνος, διέταξαν τα υποβρύχια να γυρίσουν πίσω και δεν επέτρεψαν την απογείωση των αεροπλάνων. Γι' αυτό δεν επέτρεψαν στην ΕΛΔΥΚ να επιτεθεί στο προγεφύρωμα της Κερύνειας, όπως προέβλεπαν τα σχέδια. Επειδή, όμως, η ΕΛΔΥΚ ήταν παρούσα στην Κύπρο και δεν μπορούσε να διαταχθεί να κλειστεί στους στρατώνες της, ενώ η Τουρκία θα αποβίβαζε δυνάμεις στην Κύπρο, διατάχθηκε να επιτεθεί στο Κιόνελι, για την τιμή των όπλων, όπου η αντιπαράθεση θα ήταν πρωτίστως με Τουρκοκυπρίους, στα μετόπισθεν, και όχι απ' ευθείας με τον τουρκικό στρατό.

Κάποιος θα μπορούσε να πει πως από τη στιγμή που δεν υπήρξαν οι δυνατότητες για ουσιαστική αντίδραση, τουλάχιστον γλίτωσαν την Ελλάδα από τα χειρότερα. Ομως, αυτά θα έπρεπε να τα σκεφτούν και να τα ζυγίσουν προτού διατάξουν την ανατροπή της κυβέρνησης της Κύπρου, την οποία παρέδωσαν άοπλη και απροστάτευτη στην Τουρκία.

Αυτές και άλλες πικρές αλήθειες είναι που κρατάνε κλειστό και απόρρητο το υλικό από την εξεταστική επιτροπή για το Φάκελο της Κύπρου. Μόνο όταν επιτραπεί η πρόσβαση στο αρχείο της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου θα καταρρεύσουν οι μύθοι για τις αφορμές και τις αιτίες της κυπριακής τραγωδίας. Μέχρι τότε, θα έχουμε το ελεύθερο να επιρρίπτουμε συλλήβδην τις ευθύνες στους ξένους... *

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα, η αμερικανική τύφλωση.


Η Ελλάδα και η αμερικανική τύφλωση
Οι μοιραίες παρεμβάσεις των ΗΠΑ από το ΄63 έως τη χούντα και την Κύπρο
Του ΗΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 3 Ιουλίου 2010 στα ΝΕΑ

Προετοιμάζοντας την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1999, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον είχε παραδεχθεί με δηλώσεις του πως «όταν η χούντα ανέλαβε τον έλεγχο (της χώρας) οι ΗΠΑ επέτρεψαν στα ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα να υπερισχύσουν του συμφέροντος- ή μάλλον της υποχρέωσής τους- να υποστηρίξουν τη δημοκρατία».

Ηταν η πρώτη φορά, 25 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, που οι ΗΠΑ αποδέχονταν επίσημα έστω και ένα περιορισμένο μερίδιο ευθύνης για τον ρόλο τους στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄60. Παραδοχή που παρέμενε πάντως στα όρια του αυτονόητου, αφού απλώς αναγνώριζε την αγαστή και χωρίς ταλαντεύσεις συνεργασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ με το δικτατορικό καθεστώς. Ενας έμμεσος τρόπος ώστε να παρακαμφθούν τα πιο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ενεργό ανάμειξη των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική, τον ρόλο τους στην πολιτική κρίση του 1965-67, καθώς και στην τραγωδία της Κύπρου. Πρόκειται για την ερμηνευτική εκδοχή της «αποχής», σύμφωνα με την οποία η αδιατάρακτη συνεργασία της Ουάσιγκτον με αυταρχικά καθεστώτα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου προέκυψε ως «αναγκαίο κακό», καταδικαστέο βέβαια με βάση τις σημερινές αντιλήψεις, αλλά πάντως ερμηνεύσιμο με όρους ρεαλιστικής πολιτικής.

Με την εκδοχή αυτή της «αποχής» την οποία προωθούν και οι επίσημες αμερικανικές δημοσιεύσεις διαλέγεται το βιβλίο της Αριστοτελίας Πελώνη «Ιδεολογία κατά ρεαλισμού. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα 1963-1976» από τις Εκδόσεις Πόλις.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζει την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα σε τρία διακριτά επίπεδα- το συστημικό, το κρατικό και το ατομικό- χρησιμοποιώντας, εκτός από τις δημοσιευμένες πηγές, το εξαιρετικά ενδιαφέρον αρχείο προφορικών συνεντεύξεων (Οral Ηistories Collection του ΑDSΤ) με αμερικανούς διπλωμάτες που υπηρέτησαν στην Αθήνα, τη Λευκωσία και την Αγκυρα ή στις αντίστοιχες διευθύνσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι, ενώ σε συστημικό επίπεδο η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα εμφανίζεται ως «ρεαλιστική» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η εφαρμογή της στην πράξη όχι μόνον προκάλεσε μια διπλή τραγωδία σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και έβλαψε τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα, προκαλώντας και εμπεδώνοντας έναν αντιαμερικανισμό που διατηρείται σταθερά μέχρι σήμερα. Η αντιμετώπιση της Ελλάδας κατά τη δεκαετία 1965-1974 με τις μυωπικές αγκυλώσεις του εμφυλίου πολέμου και των αρχών της δεκαετίας του ΄50- όταν ο αμερικανός πρέσβης Πιουριφόι παρενέβαινε χυδαιότατα στην εσωτερική πολιτική- μετέτρεψε μια δήθεν ορθολογική επιλογή σε ανορθολογικό αταβισμό.
Μελετώντας μάλιστα και το ατομικό επίπεδο η συγγραφέας αναδεικνύει την απόλυτη ανεπάρκεια του αμερικανικού διπλωματικού προσωπικού, το οποίο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) λειτουργούσε με «γνωστικές προδιαθέσεις» (στην πράξη παρωπίδες) που το εμπόδιζαν να αντιληφθεί τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμετώπιζαν την Ελλάδα με τα στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών, τους έλληνες πολιτικούς με την αλαζονεία της υπερδύναμης και αρνούνταν να καταβάλουν την παραμικρή διανοητική προσπάθεια ώστε να κατανοήσουν τις αλλαγές που είχαν σημειωθεί. Μοιραίοι άνθρωποι, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες, βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μια δεκαετία. Η φανατισμένη αντιπαλότητα με τον Γεώργιο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, που τεκμηριώνεται αναλυτικά στο βιβλίο (σελ. 193-272), αποτελεί το πιο κραυγαλέο παράδειγμα.

Ανεπαρκείς διπλωμάτες, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μία δεκαετία

«Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα»

Η άνοδος τον Νοέμβριο του 1963 της Ενωσης Κέντρου (Ε.Κ.) στην εξουσία, ύστερα από 11 χρόνια δεξιάς κυριαρχίας, μπορεί να βρισκόταν σε συνάφεια με τις ευρύτερες επιλογές της προεδρίας Κέννεντυ στις ΗΠΑ, κατέλαβε όμως εξ απροόπτου την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, οι προεκλογικές αναφορές της οποίας προέβλεπαν άνετη επικράτηση του Κων. Καραμανλή.
Οι πυκνές εξελίξεις που ακολούθησαν μέσα σε λίγους μήνες- δολοφονία Κέννεντυ, αποχώρηση Καραμανλή από την πολιτική, θάνατοι του Σοφοκλή Βενιζέλου και του βασιλιά Παύλου, εκλογικός θρίαμβος του Γεωργίου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1964 και είσοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην πολιτική- υπονόμευσαν τις έως τότε σταθερές με τις οποίες λειτουργούσαν οι διπλωματικές και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα.
Η κυπριακή κρίση που ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 1963, το συνακόλουθο ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και η αμερικανική μεσολαβητική παρέμβαση αποτέλεσαν το πεδίο όπου καταγράφηκε η πρώτη σύγκρουση της νέας αμερικανικής πολιτικής (υπό τον πρόεδρο Τζόνσον πλέον) με τους δύο Παπανδρέου, καθώς και με τον Μακάριο.

Από τον Ατσεσον... Την αμερικανική μεσολάβηση ανέλαβε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον με εμπειρία της περιοχής, καθώς είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξαγγελία το 1947 του δόγματος Τρούμαν, γεγονός που καθόριζε όμως και τις «γνωστικές προδιαθέσεις» του. Για τον Ατσεσον ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ένας «ξεμωραμένος» και «φλύαρος» γέρος τον οποίο επηρέαζε ο γιος του.
Αντίστοιχα όμως και ο Αν. Παπανδρέου, διαμορφωμένος με αναφορές στην (αντίπαλη προς τον Ατσεσον) ριζοσπαστική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, αναφέρει γι΄ αυτόν πως «δεν έκρυβε την υπερβολική του αυταρέσκεια που έφτανε τα όρια του ναρκισσισμού», ενώ «τα συμπτώματα του γεροντικού ξεμωράματος ήσαν αδιάψευστα».
Η στάση που υιοθέτησε, λίγα χρόνια αργότερα, ο Ατσεσον υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή την κυβέρνηση Τζόνσον, μάλλον δικαιώνει την κρίση του Ανδρέα Παπανδρέου. Αρθρογραφώντας στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο Ατσεσον ανέφερε ότι οι Ελληνες «τόσο οι αρχαίοι όσο και οι σύγχρονοι παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα όποτε πειραματίζονταν με μη αυταρχική εξουσία». Και προσέθετε: «Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος» (σελ. 223-224).

Από τα τέλη του 1964 και μετά ο Α. Παπανδρέου αναγορεύτηκε στον υπ΄ αριθμόν ένα εχθρό για τους αμερικανούς διπλωμάτες που ασχολούνταν με την Ελλάδα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ετοίμασε ειδική ψυχαναλυτική μελέτη για την «παρανοϊκή προσωπικότητα» του Ανδρέα, ενώ ο επιτετραμμένος (και επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας στη διάρκεια των Ιουλιανών) Νorbert Αnschutz τον χαρακτήριζε «φιλόδοξο, ανήθικο και συναισθηματικά ασταθή». Συμπλήρωνε μάλιστα πως αν ο Αν. Παπανδρέου κέρδιζε την εξουσία «θα έβγαζε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και θα στρεφόταν προς το σοβιετικό μπλοκ» (σελ. 204), εικασία με την οποία ο Αnschutz προφανώς δικαιολογούσε την άμεση εμπλοκή του στην αποστασία και την εξαγορά βουλευτών.

Η δαιμονοποίηση του Α. Παπανδρέου την περίοδο που ακολούθησε την αποστασία προσέλαβε υστερικές διαστάσεις και τον Ιανουάριο του 1967 ο αμερικανός πρέσβης Φιλίπ Τάλμποτ ζήτησε από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ να οργανώσει η CΙΑ ειδική επιχείρηση για να περιοριστεί η επιρροή του Α. Παπανδρέου σε περίπτωση εκλογών. Το αίτημα απορρίφθηκε γιατί προφανώς κρίθηκε πως η μόνη αποτελεσματική επιχείρηση ήταν η ματαίωση των εκλογών και η κήρυξη δικτατορίας.
Και όταν αυτό πράγματι συνέβη, ο Τάλμποτ (παρ΄ όλο που από άλλους το περίμενε και άλλοι του προέκυψαν) δεν δίστασε να εκφράσει την ικανοποίησή του. «Η αποτυχία του πραξικοπήματος θα αποτελούσε περιέργως ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή» έγραφε στις 23 Απριλίου σημειώνοντας ότι οι πραξικοπηματίες ανέλαβαν «να εξαγνίσουν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας». Και ύστερα από τρεις εβδομάδες διέκρινε ένα «αίσθημα ανακούφισης σε όλη την Ελλάδα» για το «δημοφιλές καθεστώς» που είχε επιβάλει η χούντα (σελ. 212-217).

...στον Νίξον. Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, τον θλιβερότερο πρόεδρο των ΗΠΑ κατά τον 20ό αιώνα. Ηδη τον Μάρτιο του 1969 ο Νίξον και ο Κίσινγκερ δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον Στ. Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!). Ακολούθησε η πλήρης αποκατάσταση της στρατιωτικής συνεργασίας και η τοποθέτηση τον Ιανουάριο του 1970, ως πρεσβευτή στην Αθήνα του (ανοιχτά φιλοχουντικού) Ηenry Τasca, ο οποίος αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τομ Πάππας (σελ. 238-239). Ο Τasca αντιμετώπιζε ως νόμιμη κυβέρνηση ακόμη και τα ανδρείκελα του Ιωαννίδη, ενώ ο ευθύνες του για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου (με τις πράξεις αλλά και με τις παραλείψεις του) είναι τεράστιες.

Αλλά και ο επόμενος πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο Jack Κubisch ο οποίος αντικατέστησε τον Τasca που απομακρύνθηκε κακήν κακώς μετά την πτώση της δικτατορίας, δεν διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευθυκρισία του.
Θεωρούσε πως ο Αν. Παπανδρέου ήταν ο «αντιπαθέστερος Ελληνας μετά τον Ιωαννίδη και τον Παπαδόπουλο» και σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Νοεμβρίου 1974 υποστήριζε ότι ο Αν. Παπανδρέου «έχει γίνει πολιτικός εξόριστος στην ίδια του την πατρίδα» (σελ. 215). Η αμερικανική τύφλωση σε όλο της το μεγαλείο.

Οι σιωπές των αρχείων

Η δήλωση του προέδρου Κλίντον, το 1999, που θεωρήθηκε η έμμεση «συγγνώμη» για την πολιτική που ακολούθησαν οι ΗΠΑ απέναντι στη χούντα, προσέφερε επίσης και το ερμηνευτικό πλαίσιο για τις σχετικές επιλογές (τα «ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα»). Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν στη συνέχεια και οι επίσημες (και σαφώς επιλεκτικές) δημοσιεύσεις αμερικανικών διπλωματικών εγγράφων (FRUS), αρχικά για την περίοδο 1964- 1968 και σχετικώς πρόσφατα για την περίοδο 1969-1976. Παρουσιάζουν αναλυτικά την επίσημη αμερικανική πολιτική, επιχειρώντας να περιχαρακώσουν τις ευθύνες της αποκλειστικά και μόνο στη διακρατική συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς, παρακάμπτοντας και υποβαθμίζοντας άλλες ουσιαστικότατες όψεις της.

Οπως όμως είναι πλέον πολλαπλά τεκμηριωμένο, ο σταθμός της CΙΑ και η επίσημη αμερικανική διπλωματική αποστολή στην Αθήνα λειτουργούσαν ως δυο παράλληλες «πρεσβείες» με κατά περίπτωση εναλλασσόμενη πρωτοκαθεδρία.

Είναι π.χ. γνωστό ότι η CΙΑ διέθετε πλήρη ενημέρωση για τις κινήσεις της χούντας πριν από τις 21 Απριλίου, αλλά η τελευταία γνωστή ενημέρωση προς τον αρμόδιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1966. Εκτοτε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του Χαρ. Λαγουδάκη, ακολούθησε σιωπή. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι επί τέσσερις μήνες ο σταθμός της CΙΑ στην Αθήνα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Ομως τα αντίστοιχα αρχεία παραμένουν ερμητικά κλειστά. Γιατί προφανώς μόνον έτσι ο (πραγματικός) αιφνιδιασμός της αμερικανικής πρεσβείας στις 21 Απριλίου μπορεί να εκληφθεί ως η μόνη αμερικανική αντίδραση στο πραξικόπημα.

Αντίστοιχες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για την αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Κύπρου, όσον αφορά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Παρ΄ όλο που στο ζήτημα αυτό οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει υποδεικνύουν την ενεργό παρέμβαση της CΙΑ (στην οποία ο αμερικανός πρεσβευτής είχε εκχωρήσει τις επαφές με τον Ιωαννίδη) και πάλι τα σχετικά αρχεία παραμένουν κλειστά.

Δυστυχώς όμως οι προηγούμενες επισημάνσεις για επιλεκτική δημοσιοποίηση των πηγών θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ειρωνεία και υπεροψία από τους υπευθύνους των αμερικανικών αρχείων. Αυτοί τουλάχιστον έχουν δώσει στη δημοσιότητα έναν μεγάλο όγκο εγγράφων και έχουν συλλέξει πλήθος προφορικών μαρτυριών, τη στιγμή που τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών παραμένουν κλειστά και ο φάκελος της Κύπρου ύστερα από 35 χρόνια, επτασφράγιστο μυστικό.

Υπέρ της χούντας

Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, που τον Μάρτιο του 1969 μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ (δεξιά στη φωτό) δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον χουντικό αντιπρόεδρο Στυλιανό Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!)

Κατά των Παπανδρέου

«Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος», έγραψε στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον, υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή και την κυβέρνηση Τζόνσον