Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Ο μεγάλος θυμός δεν έρχεται από το πουθενά. Έχει ρίζες και αιτίες

Τού Δημήτρη Μαρωνίτη στο ΒΗΜΑ

Για να μη δημιουργούνται απορίες, επεξηγώ ότι το προκείμενο μονοτονικό γράφεται και αποστέλλεται για δημοσίευση στις 15 τρέχοντος, για να διαβαστεί στις 21. Είναι επομένως κατ΄ ανάγκην «οπισθοδρομικό»· όπως εξάλλου οπισθοδρομικό υπήρξε και το ιλιαδικό μονοτονικό της περασμένης Κυριακής. Αγνοώντας δυστυχώς τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον «ειδικό φρουρό» Επαμεινώνδα Καρκονέα και τον συνεργό του Βασίλη Σαραλιώτη, η οποία προκάλεσε πανελλήνιο πένθος, πανελλήνια οργή, πανελλήνιες εξεγέρσεις και πανελλήνιες βιαιοπραγίες. Επιμένω στο τετράγωνο «δολοφονία-πένθος-οργή-βιαιότητα», γιατί οι τέσσερις πλευρές του συνέχονται μεταξύ τους, και η όποια αποσύνδεσή τους είναι εκ του πονηρού. ΄Η για να το πω με τη συμπερασματική απόφαση του Αντώνη Καρακούση στο «Βήμα» του περασμένου Σαββάτου(13/12): «Ο μεγάλος θυμός δεν έρχεται από το πουθενά, έχει ρίζες και αιτίες. Αν δεν εξεταστούν και τώρα οι πηγές του, θα θεριέψει».

Η αναζήτηση πάντως των ριζικών αιτίων του οριακού αυτού κοινωνικού φαινομένου πρέπει ίσως να αρχίσει με τον νηφάλιο έλεγχο των σχετικών ονομάτων και ονομασιών. Το επίτιτλο τρίγωνο «κράτος-παρακράτος-οργή» σ΄ αυτόν τον αναγκαίο έλεγχο παραπέμπει.

Ξεκινώ με τον μεσαίον όρο της «αγίας τριάδας»: το παρακράτος. Το οποίο περιέργως στις μέρες μας έχει γλωσσικά καταποντιστεί, ενώ τη θέση του την έχουν καταλάβει ως διάδοχοι οι κουκουλοφόροι. Η αρχική σημασία αυτής της λέξης (όπου περισσεύουν τα ο και τα ου ) προέκυψε από διαβόητες ληστρικές επιδόσεις, που γνώρισαν μάλιστα και κινηματογραφική δόξα. Ξαφνικά ωστόσο η ίδια λέξη έγινε στα μεταπολιτευτικά χρόνια σήμα ασύλληπτων αναρχικών φορέων με αντιεξουσιαστικό μητρώο και καταστροφικό μένος. Ως αντίπαλο δέος προέκυψαν τα συντομογραφικά ΜΑΤ, η απειλητική εξάρτηση των οποίων θυμίζει περιέργως την ευτελέστερη σκευή των κουκουλοφόρων: περίφρακτο κράνος αντί της μίζερης κουκούλας· ρόπαλα, λοστοί, ασπίδες, καπνογόνα, όπλα κτλ. αντί λίθων, πλίνθων, ξύλων, αυτοσχέδιων μολότωφ κτλ. Η εξωτερική αυτή αναλογία έχει, πιστεύω, αυτόνομο και ετερόνομο ενδιαφέρον. Κυρίως ως προς το ζητούμενο του παραλειπόμενου στις μέρες μας παρακράτους, που δήθεν εξέλιπε. Θα επιμείνω.

Η νεότευκτη στα γράμματά μας λέξη «παρακράτος» (αθησαύριστη, όσο βλέπω, στα περισσότερα λεξικά), βρίσκει πιστεύω το ακριβέστερο (και εντιμότερο) ερμήνευμά της στο επίτομο νεοελληνικό Λεξικό του Κριαρά, από όπου αντιγράφω: «οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που δρα παράνομα, συνήθως με την ανοχή του κράτους». Που πάει να πει ότι το παρακράτος αποτελεί εκτόπλασμα του κράτους. Στον βαθμό λοιπόν που οι σημερινοί κουκουλοφόροι κρίνονται, λόγω των πράξεων και των συνθημάτων τους, ενμέρει ή ενόλω, παρακρατικοί, φαίνεται να έχουν, λανθάνουσα έστω, συνάφεια με το κρατικό παρακράτος. Θα έλεγα: εκλεκτική συγγένεια, όπου το πάνω χέρι όμως το έχει το ισχυρότερο κράτος. Αυτό επινοεί, οργανώνει και διαθέτει το ωφέλιμο για την εξουσία και την ασφάλειά της κρατικό παρακράτος, προκειμένου να αντιμετωπίσει το, υποθετικό ή πραγματικό, αντικρατικό παρακράτος, με το οποίο ωστόσο κρυφίως συνεργάζεται. Σ΄ αυτόν τον παρακρατικό μηχανισμό του κράτους φαίνεται να ανήκει ο σεσημασμένος «ειδικός φρουρός» Επαμεινώνδας Καρκονέας, με δεξί του χέρι τον Βασίλη Σαραλιώτη.

Πρόσφορο πάντως και συμβολικό πεδίο τής, συμφωνημένης από τις δύο πλευρές, αναμέτρησης στα μεταπολιτευτικά χρόνια ανάμεσα στο κρατικό και στο αντικρατικό παρακράτος είναι και παραμένουν τα Εξάρχεια. Εξ ου και η δημοσιευμένη ήδη στον ημερήσιο Τύπο πρόκληση του δολοφονικού νταή: «Εσείς, ρε, θα μας διώξετε από τα Εξάρχεια;» Προς το παρόν αυτά. Υπολείπεται σύντομο σημασιολογικό σχόλιο περί οργής, για την οποία πολλά λέγονται, γράφονται, ακούγονται και προβάλλονται, χωρίς όμως να ορίζεται το διπλό δυναμικό της: θετικό και αντιθετικό.

 

Αφήνοντας στην άκρη τις θρησκευτικές και τελετουργικές σημασίες και χρήσεις της οργής στην ελληνική αρχαιότητα, θυμίζω ότι η «κοσμική» της σημασία, από τότε έως σήμερα, δηλώνει έκρηξη ασυγκράτητου θυμού, που εκφράζεται τόσο με φωνητική όσο και με σωματική βιαιότητα. Με τους όρους αυτούς είναι ακατανόητη, αν όχι υποκριτική, η αποδοχή της οργής ως πολιτικής ευαισθησίας και αντίδρασης στα εξοργιστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών, χωρίς όμως τα βιαιότερα συμπτώματα της, τα οποία αδιακρίτως και ασυζητητί καταγγέλλονται. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια έγκριση της ανεξέλεγκτης βίας, αλλά υποχρέωση να εξεταστεί καταρχήν το σημασιολογικό και πραγματολογικό στίγμα της οργής· άλλως ας την απορρίψουμε ως λέξη-κλειδί, ψάχνοντας για άλλον βολικότερο και λιγότερο οδυνηρό όρο. Και τα δύο πάντως δεν γίνονται, κατά τη γνωστή παροιμία που μιλά για το ασυμβίβαστο της σωστής πίττας και του χορτάτου σκύλου.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: