Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Η ταβέρνα του Τζεμήλ


Βρεθήκαμε πριν λίγες μέρες στην Ξάνθη. Το μεσημέρι του Σαββάτου στο δρόμο για φαγητό σε κάποια από τις πολλές καλές ταβέρνες στα περίχωρα της πόλης ο «γνώστης» και κυνηγός των εκλεκτών εδεσμάτων μας αποκάλυψε ότι θα χρειαζόμασταν μια – μιάμιση ώρα για να φτάσουμε στον προορισμό μας, αφού έπρεπε να διανύσουμε περίπου 53 χιλιόμετρα δρόμο, τα τελευταία 5,5 μάλιστα χωματόδρομο, στα Πομακοχώρια του Νομού Ξάνθης . Θα φτάναμε στην Κοττάνη , το τελευταίο χωριό στα σύνορα με τη Βουλγαρία στην ταβέρνα του Τζεμήλ Χαλήλογλου .

Πριν αρχίσω να γκρινιάζω και να ρωτώ, αν άξιζε αυτή η ταλαιπωρία για ένα φαγητό, είχαμε ήδη βγει από την Ξάνθη και ανηφορίζαμε για τον Εχίνο λίγο μετά το σταυροδρόμι πριν από τη Σμίνθη. Το τοπίο που άρχισε να αποκαλύπτεται στην πορεία μας δίπλα από όμορφα ποταμάκια και τα μικρά καταπράσινα λιβάδια έπνιγε σιγά-σιγά τη διάθεση για γκρίνια και γεννούσε την περιέργεια για τις καινούργιες εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά μας. Περάσαμε χωρίς να καταλάβουμε τη Σμίνθη, τον Εχίνο , τις Άνω Θέρμες, τις Μέσες Θέρμες και τις Θέρμες με τις Ιαματικές πηγές , ώσπου φτάσαμε στη Μέδουσα και πιάσαμε το χωματόδρομο για την Κοττάνη.

Με το που μπήκαμε στην ταβέρνα του Τζεμήλ , αισθανθήκαμε αμέσως τη ζεστασιά της φιλοξενίας τους. Με την πρώτη ματιά είναι αδύνατον να μη συμπαθήσεις τον Τζεμήλ και τη σύζυγό του. Άνθρωποι ευγενέστατοι , χαμογελαστοί, γλυκομίλητοι , που σου δίνουν την αίσθηση του φιλοξενούμενου μάλλον παρά του πελάτη.

Η ταβέρνα ένα ζωντανό μουσείο λαϊκής τέχνης. Θα άξιζε τον κόπο να κάνει κανείς αυτή την απόσταση και μόνο για να δει όλα τα εργαλεία , τα σκεύη , τα ενδύματα και παντός είδους αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι σ’ αυτή τη γωνιά της Θρακικής γης στην καθημερινή πάλη τους με τα στοιχειά της φύσης για ζωή μέσα σε ένα πανέμορφο , πλην όμως δύσκολο περιβάλλον. Αναδύεται έντονα ένας αξιόλογος πολιτισμός , που διαμορφώθηκε διαχρονικά από έναν εργατικό, περήφανο, φιλήσυχο Θρακιώτικο λαό και προσαρμόστηκε άριστα στον περιβάλλοντα χώρο.

Ίσως να συνέβαλε και το περιβάλλον, που τα ψητά του Τζεμήλ και τα εδέσματα που μας έφερε, καθώς και το μπρούσκο κρασί του, μου φάνηκαν ιδιαίτερα νόστιμα!
Μου θύμισαν τις μυρωδιές και τα αρώματα των παιδικών μου χρόνων, όταν τρώγαμε, ότι παράγανε οι γονείς και οι παππούδες στο σπίτι μας. Το γουρούνι που μεγαλώναμε όλο το χρόνο μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, το κατσίκι από το κοπάδι , που εκτρέφαμε, το μοσχάρι , που μεγάλωνε από το γάλα της αγελάδας πρώτα και τα καλαμπόκια και το στάρι που θερίζανε, σα μεγάλωνε.

Φεύγοντας , ούτε που σκεφτόμουν το δρόμο της επιστροφής. Ήμουν βέβαιος , ότι θα ξαναπήγαινα στην ταβέρνα του Τζεμήλ, όχι τόσο για τα εξαίσια εδέσματα και τα αξιοθέατα της περιοχής. Είχα ήδη την αίσθηση ότι πριν από λίγο απέκτησα έναν πολύ καλό φίλο…
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το ΛΙΓΑΠΟΛΑ της Θράκης.

1 σχόλιο:

Γραφεας Πεζικου είπε...

Πρέπει να την γνωρίζουν τα παιδιά μου,από ότι μ'έχουν πει..γιατί και οι δυο μένουν μόνιμα στη Ξάνθη εδώ και κάτι χρόνια.Είναι και καλοφαγάδες και φυσιολάτρες!Χάρηκα που αρέστηκες στα μέρη μας!Και σ'άλλα με ΥΓΕΙΑ!