Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Του χανε δέσει στο λαιμό θηλιά με συρματόσχοινο


Η κατεδάφιση του αγάλµατος του Εµβέρ Χότζα
Γράφει Τηλέµαχος Κώτσιας
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Παντοδύναµος ηγέτης της Αλβανίας αµέσως µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο και για περισσότερα από 40 χρόνια, Γ.Γ. του (κοµµουνιστικού) Αλβανικού Κόµµατος Εργασίας από το 1943, ο Ενβέρ Χότζα ήταν ήδη πεθαµένος έξι χρόνια όταν ο ανδριάντας του, στην κεντρική πλατεία των Τιράνων, γκρεµίστηκε από το πλήθος. Εχοντας κλείσει τα ελληνοαλβανικά σύνορα από το 1945 και έχοντας διακόψει τις σχέσεις του µε τη Γιουγκοσλαβία (1948), µε την ΕΣΣΔ (1956), µε τα κράτη του Συµφώνου της Βαρσοβίας (1968) και µε τους «ρεβιζιονιστές του Πεκίνου» (1977), είχε αποµονώσει τη χώρα του και είχε εγκαθιδρύσει το πλέον σκληροπυρηνικό κοµµουνιστικό καθεστώς στην Ευρώπη, προχωρώντας σε ριζικές µεταρρυθµίσεις αλλά και σε εκτεταµένες εκκαθαρίσεις όσων θεωρούσε εχθρούς του. Βορειοηπειρώτης που µεγάλωσε ως αλβανός πολίτης και έχει σήµερα ελληνική υπηκοότητα, ο συγγραφέας Τηλέµαχος Κώτσιας, έχει αποτυπώσει στα βιβλία του την τραγική εµπλοκή πολλών Βορειοηπειρωτών µε το καθεστώς, όταν αφοσιώθηκαν στην οικοδόµηση του σοσιαλισµού και στη συνέχεια διώχθηκαν ανελέητα ως ρεβιζιονιστές µε το στίγµα του προδότη. Στο σηµερινό αφήγηµά του περιγράφει την εµβληµατική στιγµή κατά την οποία η Αλβανία στρέφει την πλάτη της στο παρελθόν και µπαίνει στη σκληρή περιπέτεια µιας πολύ δύσκολης ανοικοδόµησης.

Μετά την κηδεία περάσαµε από το σπίτι για καφέ. Η µέρα ήταν τόσο κουραστική και φορτισµένη που δεν έβλεπα την ώρα να πάω σπίτι µου να ηρεµήσω. Περνώντας µέσα από τα στενά δροµάκια της Πέπελης άκουσα ένα ελαφρύ σφύριγµα από το σπίτι του Φάνη και τη φωνή του που µε καλούσε να πάω από εκεί. Μετά βίας να τον διακρίνω ανάµεσα στις κρεβατίνες µε τα κλήµατα.

– Πώς και κρύβεσαι; τον ρώτησα αφού πέρασα µέσα στην αυλή.

Μου έκανε εντύπωση που δεν ήταν στην κηδεία του γείτονα. Κάτι τέτοιο στα χωριά της Δρόπολης ήταν ασυνήθιστο. Τον νεκρό τον συνοδεύει πάντα όλο το χωριό.

- Δεν είµαι εδώ, µου απάντησε µε τον δικό του αστείο τρόπο.

– Πού είσαι; – Στα Τίρανα. Καθήσαµε κάτω από την κρεβατίνα για να τα πούµε. Με ρώτησε αν ήθελα καφέ. Του είπα όχι, είχα πιει πολλούς στην κηδεία. Μόνο νερό ήθελα. Του εξέφρασα την απορία που απουσίαζε από κηδεία του γείτονα του µπαρµπα-Νίκου.

– Μόλις ήρθα από τα Τίρανα, µου είπε. Μισή ώρα έχω. Και δεν θέλω να µε δουν. – Πώς και πήγες στα Τίρανα έτσι ξαφνικά; τον ρώτησα απορώντας για όλη αυτή τη µυστικότητά του.

– Κάτσε να σου πω, µου λέει.

Εφερε το νερό, µε ξαναρώτησε αν ήθελα ρακί, του είπα όχι, γιατί είχα πιει στην κηδεία δυο τρία ξεροσφύρι, έλαβε θέση και άρχισε να εξιστορεί:

– Πάθαµε χουνέρι µεγάλο. Ολα άρχισαν από χθες. Τι µας έβαλε ο διάβολος µαζί µε τον Σταύρο και ξεφυλλίζαµε στη λέσχη του χωριού τα λιγοστά βιβλία της βιβλιοθήκης, µπας και βρούµε κανένα της προκοπής. Μόνο τα άπαντα του Ενβέρ Χότζα είχαν µείνει, τα άλλα τα είχαν κλέψει. «Να δεις που σε λίγους µήνες δεν θα µείνει τίποτα ούτε απ’ αυτά» µου λέει ο Σταύρος. «Αυτά δεν τα πιάνει κανείς στα χέρια» του λέω. «Δεν βλέπεις που γέµισαν σκόνες;» «Θα πάν’ για ανακύκλωση, θα δεις» µου λέει. «Ας τα δούµε για τελευταία φορά». Αρχίσαµε να τα χαζεύουµε. Καλοδεµένα, µε κόκκινο χοντρό εξώφυλλο! Βλέπαµε και τις φωτογραφίες του τρισκατάρατου στην πρώτη σελίδα. Εγχρωµες κι ωραίες. Βγάζω που λες µια πρόκα που είχα τυχαία στην τσέπη και του τρυπάω τα µάτια µε µίσος. Ο Σταύρος το ευχαριστήθηκε. Μου έφερνε όλους του τόµους, µου άνοιγε τα βιβλία κι εγώ έµπηγα την πρόκα. Μας είχε πιάσει µια µανία να τον εκδικηθούµε. Υστερα είπαµε να τις σκίσουµε. Εγινε ένα χοντρό µάτσο µε φωτογραφίες. Σαράντα και τόσοι τόµοι και δεν είχε φτάσει το έργο του ούτε στη µέση. Υπολόγισε να το τελείωναν. Στη συνέχεια σκεφτόµασταν τι να τις κάνουµε. Αν έβλεπαν τα βιβλία µε σκισµένη φωτογραφία, σίγουρα εµάς θα υποψιάζονταν. Δεν πάµε µια φορά στα Τίρανα, να δούµε τι γίνεται και από ‘κεί; Ηταν το πρώτο που σκεφτήκαµε. Θα είχαµε και άλλοθι. Εκεί θα τις διανείµουµε στους δρόµους. Πού θα µας έβρισκαν µέσα στην πολυκοσµία; Ξεκινήσαµε αµέσως µε οτοστόπ και κατά τα χαράµατα κοντεύαµε να φτάσουµε. Λίγο πριν να µπούµε στην πόλη, µας σταµατάει µπλόκο της Αστυνοµίας. Τα χρειαστήκαµε. Μας ζήτησαν τα στοιχεία και µας κατέβασαν. Μας πήραν στο αυτοκίνητό τους και ντουγρού για το φρέσκο. Μας έκαναν έλεγχο στην τσάντα, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τις φωτογραφίες που τις είχα βάλει σε διπλό πάτο.

Μας πήραν σε ανακρίσεις. Μας ρωτούσαν γιατί ερχόµασταν στα Τίρανα. Ετσι, για βόλτα, απαντούσαµε. Μας ρωτούσαν αν έχουµε κάποιον συγγενή, τους είπαµε όχι. Αφού µας ρώτησαν αρκετές φορές και δεν βρήκαν άκρη, µας έµπασαν σε ένα µεγάλο κελί. Εκεί γινόταν συνωστισµός. Ούτε όρθιοι δεν χωρούσαµε. Εφερναν κι άλλους. Γέµισαν οι διάδροµοι. Δεν ξέραµε τι συνέβαινε. Μάθαµε ότι επρόκειτο να γίνει µεγάλη διαδήλωση στα Τίρανα. Κατάφταναν απ’ όλη την Αλβανία µε κάθε µέσο. Από τους πιο νέους µαθαίναµε καινούργια πράγµατα. Είχαν σταµατήσει τα τρένα, τα λεωφορεία, έκαναν µπλόκο στους δρόµους. Είχαν αποκλείσει την πρωτεύουσα για να µην έρθουν από την επαρχία. Μας ήρθε η καρδιά στον τόπο µε τον Σταύρο. Αλλος ήταν ο λόγος που µας σταµάτησαν. Με τον Σταύρο µιλούσαµε Ελληνικά για να µη µας καταλαβαίνουν οι άλλοι, αλλά εκεί µέσα ήταν όλα ελεύθερα. Αγνωστοι άνθρωποι έβριζαν το καθεστώς. Μας ρωτούσαν κι εµάς, αν η µειονότητα ήταν για την αλλαγή του καθεστώτος. «Και µας ρωτάτε;» λέγαµε εµείς. «Αµήν και πότε.» Μας έλεγαν ότι η Αλβανία θα αδειάσει, θα µείνει ο Ραµίζ Αλία µόνος του και στο τέλος θα φύγει και αυτός. Εσείς είστε τυχεροί, µας έλεγαν. Εχετε πού να πάτε. Φύγετε να γλιτώσετε. Μάλιστα προσπαθούσαν να µας πιάσουν φίλους για να φύγουµε µαζί στην Ελλάδα. Ακούγονταν απ’ έξω συναγερµοί της Αστυνοµίας. Σειρήνες. Υστερα από κάνα δυο ώρες άρχισαν να αδειάζουν το κρατητήριο. Μας φώναζαν να βγούµε στο προαύλιο κατά νοµό και να ανέβουµε στα φορτηγά. Οταν είπαν Τεπελένι, Αργυρόκαστρο, Αγιοι Σαράντα, βγήκαµε κι εµείς. Μας ανέβασαν σε µια νταλίκα σκεπασµένη, µας κλείδωσαν και ξεκινήσαµε. Ετσι που λες, επιστρέφαµε φιρί φιρί. Μας είδαν τα Τίρανα, δεν τα είδαµε.

– Και τώρα γιατί κρύβεσαι; τον ρωτάω.

– Θέλω να έχω άλλοθι. Να λέω ότι είµαι στα Τίρανα αν τελικά ανακαλύψουν τις σκισµένες φωτογραφίες. Αλλά το βλέπω, τζάµπα κρύβοµαι. Θα πάω βράδυ να συλλυπηθώ τον Λευτέρη για τον πατέρα του. Πάνω σ’ αυτά φώναξε από τον δρόµο ο Σταύρος και ο Φάνης πήγε να ανοίξει την αυλόπορτα.

– Τι κάθεστε έτσι σαν µουγγοί; φώναξε ο Σταύρος φουριόζος χωρίς να πει ούτε καλησπέρα. Ανοίξτε την τηλεόραση να δείτε τι γίνεται αυτή τη στιγµή στα Τίρανα. Γρήγορα!

Μπήκαµε µέσα και ανοίξαµε την τηλεόραση. Μια τεράστια αντικαθεστωτική διαδήλωση στην Πλατεία Σκεντέρµπεη. Λαοθάλασσα. Τη µετέδιδε το τηλεοπτικό κρατικό κανάλι. Ούτε που θα µπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από δυο τρεις µήνες κάτι τέτοιο. Το ρεπορτάζ έδειχνε προηγούµενα πλάνα και στη συνέχεια σε απ’ ευθείας σύνδεση. Ο ρεπόρτερ φαινόταν ότι ανήκε στην αντιπολίτευση. Μιλούσε µε ενθουσιασµό σαν να µετέδιδε ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο ανδριάντας του Ενβέρ Χότζα, θεόρατος και επιβλητικός µπροστά στο πλήθος, σαν τον Γολιάθ. Οι άνθρωποι, ενωµένοι όλοι µαζί, αψηφούσαν τον φόβο και βάδιζαν µπροστά. Η σκιά του ανδριάντα προκαλούσε δέος. Οι επικεφαλής του κινήµατος ανέβαιναν στο υπερυψωµένο βάθρο και µιλούσαν κατά της τυραννίας. «Αλβανικέ λαέ»! «Λαέ των Τιράνων»! Εψαλαν κά τραγούδια του καθεστώτος τώρα είχαν πάρει το εντελώς αντίθετο νόηµα. Προσωπικότητες των γραµµάτων και της τέχνης έπαιρναν τον λόγο µε τη σειρά. «Δηµοκρατία»! «Ελευθερία»! «Πολυκοµµατισµός»! Ελεγαν ότι η στιγµή αυτή σηµατοδοτούσε το τέλος µιας εποχής.

Κάποιος σκαρφάλωσε πάνω στον ανδριάντα και έριξε µια θηλιά από συρµατόσχοινο στον λαιµό. «Βοή λαού οργή Θεού». Το συρµατόσχοινο δέθηκε σε κάποιο όχηµα. Ακούστηκε το δυνατό γκάζι του οχήµατος και το τεζάρισµα του συρµατόσχοινου έκανε για αρκετά δευτερόλεπτα την ένταση να κορυφώνεται. Τη βοή διαδέχτηκε κάποια ηλεκτρισµένη σιωπή. Τι θα συνέβαινε; Ο ανδριάντας άρχισε να κουνιέται. Ωχ Θεέ µου, θα τον ρίξουν;
Και πού θα πάνε να κρυφτούν ύστερα; Από ποιο παράθυρο θα αρχίσουν να ξερνάν φωτιά τα πολυ βόλα; Πόσοι νεκροί θα ακολουθήσουν;
Υστερα από ένα αλησµόνητο τεντωµένο στην κυριολεξία λεπτό, ο τεράστιος ανδριάντας κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ύστερα από δυο επάλληλες κινήσεις έπεσε µε κουρνιαχτό, προκαλώντας έξαλλα, παράφρονα ουρλιαχτά και µια πανικόβλητη χαρά.

Πεταχτήκαµε και οι τρεις από τις θέσεις µας ζητωκραυγάζοντας µε όλη µας τη φωνή. Η µικρή Ευτυχία που είχε καθήσει αθόρυβα δίπλα στον µπαµπά της και παρακολουθούσε αυτό το περίεργο µατς, πετάχτηκε και αυτή χτυπώντας τα παλαµάκια: «Γκοοολ!».

– Αυτό ήταν το καλύτερο γκολ, Ευτυχούλα µου, της είπε ο Σταύρος. Θα σου αλλάξει τη ζωή, να το θυµάσαι.

Εκείνη τον κοίταζε µε τα µάτια της να λάµπουν χωρίς να καταλαβαίνει το νόηµα απ’ αυτά τα λόγια.

Στη συνέχεια το όχηµα έσερνε τον κούφιο ανδριάντα σαν αναποδογυρισµένη βάρκα καθ’ όλη τη µεγάλη λεωφόρο που µαύριζε από κοσµοσυρροή.
Τον πέταξαν στο ποτάµι της Λιάνας που διασχίζει τα Τίρανα.
Πετροβολούσαν, ούρλιαζαν. Η στάθµη του νερού εκείνη τη µέρα σίγουρα αυξήθηκε από τα χιλιάδες κατουρήµατα πάνω στον ανδριάντα.

– Τώρα βάλε τσίπουρο, είπα στον Φάνη. Βάλε και µεζέ. Δεν τη γλιτώνεις.

– Εχω µια ιδέα, λέει ο Σταύρος. Να πάµε στον Γάκη Στόλη που είναι µόνος του στο σπίτι απόψε. Κι όταν είναι µόνος, πίνει και δεν ξέρει τι γίνεται στον κόσµο. Να του πούµε το συχαρίκι.

Ο Γάκης ήταν ένας θείος µας που είχε κάνει πολλά χρόνια φυλακή ως αντικαθεστωτικός και ζούσε περιορισµένα, αφού πολύ λίγοι του έκαναν παρέα. Φτάσαµε στην πόρτα του, του φωνάξαµε και µας άνοιξε λιγάκι ανήσυχος.

Οταν άκουσε τις χαρωπές φωνές µας, συνήλθε.

– Συχαρίκια! του λέει ο Φάνης. Ανοιξε την τηλεόραση να µάθεις τα νέα. Τι κάθεσαι!

– Τι γίνεται, βρε παιδιά, µας ρωτάει απορηµένος.

Πάντα φοβόταν τις κακές ειδήσεις.

Δεν του είπαµε τίποτα, ανάψαµε µόνο την τηλεόραση. Το ρεπορτάζ συνεχιζόταν µε τον απόηχο του γεγονότος. Εδινε σε πολλαπλή επανάληψη τη στιγµή της πτώσης του ανδριάντα. Ο Γάκης τα ‘χασε.

– Αντε, κέρασε, του είπε πειραχτικά ο Σταύρος.

Το πρόσωπο του Γάκη έλαµψε. Τον ξέραµε που δεν ήταν ικανός να εξυπηρετήσει. Απόψε έλλειπε και η γυναίκα και ένιωθε άβολα.

– Ελα να σου πω, λέει στον Φάνη.

Εδώ από κάτω από τη σκάλα είναι η νταµιτζάνα µε το ρακί. Πάρε µια καράφα από το σύνθετο και γέµισέ τη. Εδώ στο ντουλάπι κάπου πρέπει να είναι και το χωνί. Βάλε και ποτήρια. Εκεί είναι το καλάθι µε τα αυγά. Βγάλε και βράσε. Βγάλε και τυρί από το δοχείο εδώ. Εδώ στο καλάθι έχει και κάτι ντοµάτες. Κόψε κι ένα κρεµµύδι από την αρµάθα και κάνε και µια σαλάτα. Να πιω κι εγώ, γιατί βλέπεις ξεροσφύρι το πίνω. Πιάτα, πιρούνια, έχει εδώ. Εσύ, Σταύρο, στρώσε και το τραπέζι.

Δεν ήξερε πώς να χαρεί. Ηπιαµε που το φχαριστηθήκαµε. Υστερα ο Γάκης βαρέθηκε να ξαναβλέπει τις ίδιες εικόνες. Ηθελε να βάλει κλαρίνα αλλά δεν ήξερε πώς παίρνει µπρος το µαγνητόφωνο. Τα καταφέραµε, βρήκαµε και κασέτες. Κάποια στιγµή είπαµε να κατεβάσουµε τη φωνή για να µην προκαλέσουµε τους γείτονες που πενθούσαν.

– Καηµένε µπαρµπα-Νίκο, λέει ο Γάκης πάνω στην ευθυµία του, λάθος µέρα διάλεξες να πεθάνεις! Σηµαδιακή. Ποιος θα θυµηθεί να σε θρηνήσει!

Με το θέµα των φωτογραφιών δεν ασχολήθηκε κανείς. Σε λίγες µέρες επαληθεύτηκε η προφητεία του Σταύρου, κανένα βιβλίο από τα άπαντα του Εµβέρ Χότζα δεν υπήρχε πια στη λέσχη.

Οι συγχωριανοί δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν τον Φάνη και τον Σταύρο για την περιπέτειά τους µε την Αστυνοµία των Τιράνων. Τους ήθελαν να ήταν οι εκπρόσωποί τους στα Τίρανα.

Κανείς δεν τους πίστεψε ότι δεν ήταν εκεί ανάµεσα στα πλήθη. Οι δικαιολογίες τους και το άλλοθί τους έπεσαν στο κενό.

Υστερα από ένα αλησµόνητο λεπτό, ο τεράστιος ανδριάντας κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ύστερα από δύο επάλληλες κινήσεις έπεσε µε κουρνιαχτό, προκαλώντας έξαλλα, παράφρονα ουρλιαχτά και µια πανικόβλητη χαρά
Το όχηµα έσερνε τον κούφιο ανδριάντα σαν αναποδογυρισµένη βάρκα καθ’ όλη τη µεγάλη λεωφόρο που µαύριζε από κοσµοσυρροή. Τον πέταξαν στο ποτάµι της Λιάνας που διασχίζει τα Τίρανα.
Πετροβολούσαν, ούρλιαζαν...

Ο Τηλέµαχος Κώτσιας είναι συγγραφέας και τα γνωστότερα βιβλία του είναι το «Εφτά παράθυρα», το «Τρεις γενιές Αµερικάνοι» και το επίκαιρο ιστορικό µυθιστόρηµα «Στην άλλη όχθη».

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Η επιστράτευση του 1974, μετά την εισβολή στην Κύπρο.


Ημουν κι εγώ εκεί
Η επιστράτευση μετά την εισβολή στην Κύπρο 1974
Γράφει ο Αλέξης Πανσέληνος
,
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ το Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Η κρίση του 1974 ήταν καταλυτική για το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας, αφού η επίσημη στρατιωτική ηγεσία διαπίστωσε ότι η πολιτική του Δ. Ιωαννίδη όχι μόνο δεν διέθετε την αμερικανική υποστήριξη αλλά δημιουργούσε και συνθήκες ελληνο-τουρκικού πολέμου. Ο Αλέξης Πανσέληνος ζωντανεύει τη μικροϊστορία εκείνων των ημερών του Ιουλίου, που οδήγησαν τελικά το χουντικό καθεστώς να προσκαλέσει τις προδικτατορικές αστικές πολιτικές δυνάμεις να σχηματίσουν κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο ο Γρίβας και η ΕΟΚΑ έχουν δράσει τρομοκρατικά μετά το 1971 για να
αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου που είναι αγκάθι στα σχέδια της χούντας. Στην Αθήνα, η ομάδα Ιωαννίδη ανατρέπει τον Παπαδόπουλο στις 25/11/1973 και προκαλεί στη Λευκωσία την ανατροπή του Μακαρίου στις 15/7/1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο στις 20/7/1974 και το δικτατορικό καθεστώς κηρύσσει επιστράτευση, η οποία όμως αποτυγχάνει- εκεί επικεντρώνει τη λογοτεχνική ματιά του ο Πανσέληνος. Η αδυναμία της δικτατορίας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εισβολή είναι το τελευταίο γεγονός που οδηγεί στην κατάρρευση του χουντικού καθεστώτος.

Εχοντας κοιμηθεί ελάχιστα το βράδυ ο Φώτης σηκώθηκε υπνοβατώντας. Η Μυρσίνη, που δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση, ετοίμασε καφέ και έφερε στο τραπέζι το ψωμί. Το φως στο χολ, που ήταν και η τραπεζαρία τους, άναβε πάνω από το τραπέζι το πλαστικό αμπαζούρ, απομίμηση βιτρό, από ένα μαγαζί στην πλατεία Αμερικής, έστελνε ακανόνιστες σκιές στους τοίχους. Από την μπαλκονόπορτα του σαλονιού, πίσω τους, το χλομό φως της αυγής κατηφόριζε την οδό Καρπάθου και έγλειφε τα έπιπλα και τις αφίσες των τοίχων.

Η μόνιμη κακιά διάθεση, μέρες τώρα, με το πραξικόπημα της Κύπρου, δεν τους εμπόδιζε να χρησιμοποιούνε το baby talk που είχε καθιερωθεί από τις πρώτες βδομάδες του γάμου τους, μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι. «Πρωινό με ρακούν σου! Ταρτίνες μικρού σου;». Αυτό ήταν η παράκληση για να της ετοιμάσει το ψωμί της όσο εκείνη έριχνε καφέ στις κούπες με τις ραβδώσεις - από το ίδιο εκείνο μαγαζί, που έβρισκαν σε καλές τιμές αντικείμενα για το νοικοκυριό τους. Στον μικρόκοσμο της συζυγικής τους τρυφερότητας, η Μυρσίνη ήταν ρακούν, ο Φώτης αρκούδα. Οι κοντινοί τους καμιά φορά τους άκουγαν να αποκαλούν έτσι ο ένας τον άλλον και χαμογελούσαν αμήχανα. Λίγοι καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις ντροπές των διαχύσεών τους- και οι μέρες δεν προσφέρονταν για πολλά αστεία. Ο καθένας οργάνωνε μ΄ όποιον τρόπο μπορούσε τις άμυνές του ενάντια στην πραγματικότητα.

Και η πραγματικότητα, από τη βραδιά του Πολυτεχνείου και μετά, έμοιαζε να ορθώνεται σαν τοίχος απέναντι σε κάθε ελπίδα κάτι ν΄ αλλάξει. Ο «ντροπαλός Ταξίαρχος», που είχε αντικαταστήσει τον παρανοϊκό Συνταγματάρχη, έριχνε πάνω από την Αθήνα τη σκιά του ωμού τρόμου. Ακόμα κι όσοι είχαν όμορφα βολευτεί με τη Χούντα ώς τότε, τώρα κρύβανε τις σκέψεις τους, μήπως η νέα ανατροπή τους εκθέσει. Η κατάσταση ακριβώς επειδή ήταν τόσο ωμή και βίαιη, έδειχνε πως δεν θα κρατούσε πολύ. Πάλι όμως, πού ξέρεις; Τα ίδια λέγανε και το 1967.

Το Πολυτεχνείο είχε ταρακουνήσει τον κόσμο, η ανατροπή του Παπαδόπουλου, που λίγο- πολύ οι περισσότεροι στο εξωτερικό τον είχαν αποδεχτεί, έστω ντε φάκτο, ξεσκέπαζε τελείως τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα της χούντας και στερούσε Αμερικάνους και Αγγλους από τα προσχήματα της «επανάστασης που δημιουργεί νομιμότητα». Λίγους μήνες ύστερα, και ενώ το Πολυτεχνείο εξακολουθούσε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα, ήρθε η ανατροπή του Μακάριου από την ΕΟΚΑ Β΄- με την ΕΛΔΥΚ να πρωταγωνιστεί και Πρόεδρο- μαριονέτα. Οι Αμερικάνοι θέλανε να απαλλαγούν από τον Μακάριο, άρα ήταν πίσω από το πραξικόπημα, άρα πίσω από τον Ιωαννίδη- αμφίβολο αν θα γλιτώσουμε ποτέ, έλεγαν πολλοί. Από τη μια μέρα στην άλλη άλλαζαν όλα, ο φόβος περίσσευε. Οι Τούρκοι βρήκαν την αφορμή που έψαχναν, να υπερασπιστούν τους δικούς τους στο νησί. Εβαλαν πλώρη για την Κύπρο, η εισβολή είχε αρχίσει.

Δυο χρόνια είχε υπηρετήσει ο Φώτης, δυο δύσκολα χρόνια, χαρακτηρισμένος αριστερός. Και ο στρατός, εκτός από λίκνο της χούντας, χρησίμευε και σαν κολαστήριο για τουςεχθρούς της. Στη θητεία των δύο χρόνων, που όλοι έκαναν, κάποιοι έπρεπε να περάσουν αναμόρφωση, είτε με ασταμάτητες τιμωρίες είτε με την απειλή για χειρότερα, να δείξουν έμπρακτη μεταμέλεια, να αποκηρύξουν το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του, να μιλήσουν στους άλλους για τη σωτηρία του τόπου από την 21η Απριλίου. Ο Φώτης δεν δέχτηκε να μιλήσει, εξακολούθησε να τρώει τη μια φυλακή μετά την άλλη και η απόλυση όλο και μάκραινε, η φυλακή μεταφραζόταν σε επιπλέον θητεία, ίση με τις μέρες για τις οποίες είχες τιμωρηθεί. Δεν έφτανε η απομόνωση στο κρατητήριο. Ο στρατός από λίκνο πατριωτισμού μεταμορφώνεται σε ποινή, κάνοντας και τον πατριωτισμό φυλακή.

Ο Πάκης, ο παλιός φίλος της Μυρσίνης, στενή τους παρέα, είχε υπηρετήσει την ίδια εποχή. Υπαξιωματικός εκείνος. Απόκαλή οικογένεια (ο μπαμπάς διάβαζε «Εστία» και με τη χούντα «τίποτα δεν είχε να μοιράσει»), έβαλε μέσο να μη γίνει αξιωματικός - και για να απολυθεί μια ώρα αρχύτερα και να μην τον καλούν κάθε τόσο για μετεκπαίδευση. Την είχε βγάλειζάχαρηστην Κρήτη, τρώγοντας στην καντίνα των ΝΑΤΟϊκών. Συχνά ερχόταν στην Αθήνα με άδεια. Πήγαινε τη Μυρσίνη κανένα σινεμά ή για φαγητό. Στα γράμματά της ο Φώτης διάβαζε για τις καλές υπηρεσίες που πρόσφερε στην παλιά του φιλενάδα ο κοινός τους φίλος. Με την αναπόφευκτη καχυποψία του φαντάρου, ένιωθε να τον τρώει η ζήλεια, αλλά πάλι σκεφτόταν για κάποιον λόγο πως προτιμότερο να βγαίνει με ένα παλιό της αμόρε η Μυρσίνη παρά με άγνωστους. Ανάμεσα στα άλλα προνόμια της εθνικοφροσύνης του, ο Πάκης την έβλεπε συχνότερα απ΄ όσο ο Φώτης τα δυο αυτά χρόνια. Αν και η Μυρσίνη τα είχε χαλάσει μαζί του πολλά χρόνια πριν, διατηρούσανε μια συμπάθεια ο ένας για τον άλλο, που δεν είχε υποχωρήσει όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Φώτη κι αργότερα τον παντρεύτηκε.


Πρέπει να ακούσω το επόμενο δελτίο, λέει τα χρώματα των απολυτηρίων. Κάποιοι δεν καλούνται, ας είναι Γενική η Επιστράτευση...

Ο Πάκης τον λυπότανε που υπηρετούσε σε Πειθαρχικό Λόχο. Δυο φορές που συναντήθηκαν στην Αθήνα, του ζωγράφιζε με τα πιο ζωηρά χρώματα την ωραία ζωή που έκανε ο ίδιος στη Βάση του Ακρωτηρίου. «Ομελέτα, λουκάνικα, μπέικον,τρία είδη μαρμελάδες ... οι Αμερικάνοι τρώνε steaks για πρωινό...»- οι περιγραφές έδιναν το μέτρο της διαφοράς ανάμεσά στις ζωές τους και στις τύχες τους. Ο Φώτης κλεισμένος στο στρατόπεδο, με πατάτες μπλουμ και βοδινό Αργεντινής, που ερχόταν σε κατεψυγμένα μπούτια που τεμάχιζαν με τα σκεπάρνια οι σιτιστές, λιμπιζότανε τις λιπαρές ομελέτες και τα τοξικά κοντοσούβλια του Οβελιστήριου, απέναντι από την πύλη, απ΄ όπου, με μέσο κάποιον συμπονετικό αλφαμίτη, μπορούσε καμιά φορά να προμηθεύεται τις περιπόθητες εκείνες λιχουδιές.

Μέσα σε δυο στιγμές ο εφιάλτης βρισκόταν πάλι ολοζώντανος μπροστά στον Φώτη. Τη μέρα που έπαιρνε το απολυτήριό του, ο αξιωματικός του 3ου Γραφείου, ο υπολοχαγός Γιαννηλόης, τον είχε κοιτάξει με το κρύο, γαλάζιο μάτι της βλάχικης καταγωγής του και τον είχε στ΄ αστεία απειλήσει: «Μη θαρρείς, κουμμονι, πως θα γλιτώσεις έτσι από το Ελληνικό Στράτευμα! Σύντομα θα ξαναβρεθείς στα χέρια μου!».

11 η ώρα το πρωί (20 Ιουλίου ήτανε, η επέτειος του γάμου τους με τη Μυρσίνη) δεν είχε ακόμα φύγει από το σπίτι. Τηλεφώνησε στη δουλειά πως πρέπει να καθυστερήσει και είχε το ραδιόφωνο ανοιχτό. Γενική Επιστράτευσις, καλούνται... Οι έφεδροι τάδε και δείνα και έτσι κι αλλιώς... διατάσσονται όπως παρουσιαστούν πάραυτα εις τα οικεία στρατολογικά γραφεία ή τη μονάδα που αναγράφει το απολυτήριό τους...

Πού ήταν το απολυτήριο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Σκέφτηκε να πάρει τη Μυρσίνη να τη ρωτήσει, μα πριν απλώσει το χέρι στο ακουστικό το τηλέφωνο χτύπησε. Ηταν εκείνη.

-Αρκούδα μου, πόλεμος, πόλεμος. Γενική επιστράτευση, όλοι έφυγαν από το γραφείο, καλά που δεν κατέβηκες Πειραιά... Φεύγω, έρχομαι! Τι ακούς; Τι γίνεται μ΄ εσένα;

-Δεν ξέρω... Ψάχνω να βρω το απολυτήριο. Ακούω το ράδιο...

-Ερχομαι! Μη φύγεις αν δεν έρθω, φωνάζει η Μυρσίνη κλαίγοντας και κλείνει.

Το χειρότερο σημάδι καταστροφής σ΄ αυτόν τον τόπο είναι όταν το ράδιο παίζει δημοτικά και εμβατήρια. Οι διακοπή τους- ύστερα από τα βραχνά κλαρίνα και τις παράτονες φυσικές κλίμακες του βιολιού- κρατάει μια μόνο στιγμή. Αμέσως ξανακούγεται ο καταραμένος «Τσομπανάκος» με τη φλογέρα του ΕΙΡ και τις κουδούνες των τράγων και οι στομφώδεις εκφωνητές. Ο Εχθρός... Ο θρασύδειλος Εισβολεύς... Η Ηρωική Μεγαλόννησος (που μακάρι να τη ρυμουλκούσε ο Θεός και να την έριχνε για πάντα στον Ατλαντικό!)... αι Εθνικαί Δυνάμεις προβάλλουν σθεναρά αντίστασιν... Θα ριφθούν στη θάλασσα... Η Μητέρα Ελλάς θα εκπληρώσει το Ιερόν Καθήκον της... Γενική Επιστράτευσις...

Και πάλι το επίφοβο τροπάριο της απαγγελίας των ΕΣΣΟ, οι κατηγορίες, οι ειδικότητες, τα χρώματα των απολυτηρίων... Τι χρώμα είχε το απολυτήριό του; Ούτε θυμόταν. Τό ΄χε χώσει στο τσεπάκι κι είχε πάρει τα πόδια του στον ώμο, ν΄ απομακρυνθεί το γρηγορότερο από τις αγκάλες του Ελληνικού Στρατεύματος.

Κουδούνι. Ξέχασε η Μυρσίνη τα κλειδιά της; Οχι. Ο Πάκης με τζιν και με μπουφάν, με ταξιδιωτική τσάντα στο χέρι. Ηρθε με τα πόδια στην οδό Ρόδου από το σπίτι του, στην Αγίου Μελετίου- ένα παλιό αρχοντικό διαμέρισμα προπολεμικής πολυκατοικίας, με ψηλά ταβάνια, ωραία πατώματα, χωρίσματα και αλκόβες.

-Με κάλεσαν, φεύγω,είπε ο Πάκης και ήταν κάτασπρος, τα χείλια του είχαν εξαφανιστεί σφιγμένα κάτω από τα δόντια του. Πάω στο Ρουφ. Εσύ; Είπα μήπως ξέρεις... να παίρναμε το ίδιο ταξί- αν και ζήτημα αν θα βρούμε τέτοια ώρα. -Δεν ξέρω. Ψάχνω να βρω το απολυτήριο, είπε ο Φώτης και καθώς μιλούσε τού ήρθε μια ιδέα και άνοιξε την ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρα. Στο κάτω μέρος είχε μια τσάντα με τη φόρμα αγγαρείας που κατάφερε να μην την παραδώσει και την έφερε μαζί του. Εχωσε το χέρι και έψαξε στα τυφλά τον πάτο. Ενα χαρτί τσάκισε στα δάχτυλά του, το τράβηξε και το κοίταξε με τρόμο. Το Εθνόσημο, τα τυπωμένα στοιχεία με γραμμές από τελίτσες για να συμπληρώνει ο γραφέας με το μελάνι τα στοιχεία του απολυομένου, οι στρογγυλές σφραγίδες του Τρίτου Γραφείου και η υπογραφή του Υπολοχαγού Γιαννηλόη έκαναν την καρδιά του να σφιχτεί από τρόμο. Το ραδιόφωνο ακόμα ξεφώνιζε ΕΣΣΟ, ειδικότητες, μονάδες και στρατολογικά γραφεία, ο Πάκης έκοβε βόλτες πάνω κάτω στο χολ και μονολογούσε χολιασμένος με την ατυχία του και έντρομος με την Επιστράτευση.

Η Μυρσίνη έφτασε λίγη ώρα κατόπι. Επεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά του Φώτη. Ηταν σίγουρη πως θα φύγει, θα επιστρατευθεί και θα σκοτωθεί σ΄ αυτόν τον πόλεμο. Τον έσφιγγε πάνω της μη τολμώντας να ξεστομίσει την παρότρυνση, τη μάταιη ευχή, να μην πάει, να μην παρουσιαστεί, να κρυφτεί και να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Δεν είπε τίποτα απ΄ όλα αυτά που σκεφτόταν μες στο τρόλεϊ καθώς επέστρεφε, ανάμεσα σ΄ έναν κόσμο που παραληρούσε από τα ίδια αισθήματα και μεγαλόφωνα καταριόταν τη Χούντα, την Επιστράτευση, τους Τούρκους (κάποιοι και την Κύπρο!). Φίλησε στα δυο μάγουλα τον Πάκη που από άσπρος τώρα είχε αρχίσει να πυρώνει από αδημονία. Ούτε κι εκείνος ήξερε για ποιον λόγο είχε έρθει στο σπίτι των φίλων του αντί να πάρει τον δρόμο κατευθείαν να παρουσιαστεί εκεί που έπρεπε. «Πάω Ρουφ. Εκεί λέει».

-Αρκούδα μου, εσύ;

-Πρέπει να ακούσω το επόμενο δελτίο, λέει τα χρώματα των απολυτηρίων. Κάποιοι δεν καλούνται, ας είναι Γενική η Επιστράτευση... Ορίστε. Πλην όσων έτυχον απολυτηρίου χρώματος λευκού! Το άκουσες; Το ακούσατε; φωνάζει ο Φώτης και ανεμίζει στον αέρα το απολυτήριο.

-Εγινε και προνόμιο νά΄ σαι χαρακτηρισμένος, με τη Χούντα!λέει ο Πάκης στο άνοιγμα της πόρτας, μ΄ ένα χαμόγελο στο σφιγμένο στόμα του.Φεύγω. Εσύ μικρέ... να προσέχεις, έτσι; Αρκετά τράβηξες ώς τώρα.

-Δε φαντάζομαι να έχουν κι εκεί τριών ειδών μαρμελάδες, του είπε αγκαλιάζοντάς τον ο Φώτης.

- Τώρα αυτό, γιατί το είπες;παρατήρησε μέσα στα δάκρυα της ευτυχίας της η γυναίκα του.

Εκείνος δεν απάντησε. Μια ηρεμία απλωνόταν τώρα μέσα του. «Θα τα πούμε και μ΄ εσένανε, εν καιρώ...», σκέφτηκε κοιτώντας την σαν αφηρημένος.

Ο Αλέξης Πανσέληνος είναι συγγραφέας.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Δεκεμβριανά, η εμφύλια παραζάλη, Σεπόλια 1944.


Δεκεµβριανά. Η εµφύλια παραζάλη
Γράφει ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ την Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Στην Ελλάδα, επτά εβδοµάδες µετά το τέλος της Κατοχής και την Απελευθέρωση (Οκτ. 1944), οι διεργασίες για την οµαλή λειτουργία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου φτάνουν σε αδιέξοδο.
Η έµµεση διεκδίκηση της Αριστεράς για βελτίωση της θέσης της στο πολιτικό σκηνικό έρχεται σε σύγκρουση µε τον αστικό κόσµο, που έχει ήδη αναδιοργανωθεί µετά την Κατοχή.
Με κύρια αιτία την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να διαλύσει τις µονάδες του τακτικού στρατού στις οποίες είχε τον έλεγχο, οι ΕΑΜικοί υπουργοί (Σβώλος, Πορφυρογένης, Τσιριµώκος) παραιτούνται.
Την επόµενη ηµέρα πραγµατοποιείται στο Σύνταγµα το µεγαλύτερο ΕΑΜικό συλλαλητήριο παρά την ανάκληση της άδειάς του.
Η Αστυνοµία ανοίγει πυρ προκαλώντας θύµατα µεταξύ των διαδηλωτών και στην κηδεία τους, που γίνεται δηµόσια, ο ΕΛΑΣ µετέχει πλέον ένοπλος.
Τότε ανοίγει η εµφύλια σύρραξη στην Αθήνα και ξεκινούν τα Δεκεµβριανά.

Ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ «παρακολουθεί» τα γεγονότα από µια απόκεντρη συνοικία που βρίσκεται στα χέρια του ΕΛΑΣ, αναδεικνύοντας το στοιχείο της σύγχυσης που κυριαρχούσε στον απλό λαό.

Το έζησα πριν ακόµη γεννηθώ.



Γεννήθηκα µε τη µνήµη του, µε τις εικόνες και τις µυρωδιές του. Οι δικοί µου, όπως και όλοι στη γειτονιά, µιλούσαν γι’ αυτό µε κοφτές φράσεις, γεµάτες λέξεις και αποσιωπητικά που το πλήρες νόηµά τους καταλάβαιναν µόνον εκείνοι. Κίνηµα το έλεγαν.

Οχι Δεκεµβριανά. Κίνηµα. Για την Κατοχή µιλούσαν σχεδόν ουδέτερα, σαν για κάτι που ήρθε και πέρασε οριστικά, µ’ ένα ύφος ήρεµης ανακούφισης που το τέλος της τους βρήκε ζωντανούς. Τη λέξη Κίνηµα όµως την πρόφεραν πάντα µε δέος, σαν ν’ αναφέρονταν σε µια ακαθόριστη, αλλά φοβερή εκκρεµότητα.

Αυτό το δέος το αισθανόµουν παντού. Η φτωχή συνοικία µας, τα Σεπόλια, δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε. Τα πολυβοληµένα σπίτια κουβαλούσαν τις τρύπες και τις ρωγµές στην πρόσοψή τους όπως οι παραµορφωµένοι άνθρωποι τις από παλιά µονιµοποιηµένες και αφοµοιωµένες κακώσεις τους: αδιάφορα και γι’ αυτό τροµακτικά. Στους ασβεστωµένους προπολεµικά µαντρότοιχους των περιβολιών, των µηχανουργείων, των εργοστασίων έβλεπα, µισοξησµένα ή ξεθωριασµένα, τεράστια σφυροδρέπανα και τις λέξεις ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, ζωγραφισµένες µε κόκκινη µπογιά και χοντρά γράµµατα.
Οι γραµµές του τρένου έκοβαν στα δυο τη γειτονιά µας και ανάµεσα στις πικροδάφνες που τις περιστοίχιζαν ανακαλύπταµε, όταν παίζαµε, κάλυκες από σφαίρες, κουρέλια από στρατιωτικές στολές µισοθαµµένα στο χώµα και, σπανιότερα, σκουριασµένες χειροβοµβίδες, που είχαµε µάθει να µη τις αγγίζουµε.

Στην άλλη άκρη της συνοικίας, τη δυτική, στον ανοιχτό υπόνοµο που διέσχιζε περιβόλια και χυνόταν στον Κηφισό, βρήκαµε κάποτε µια νεκροκεφαλή µε σµπαραλιασµένο το ένα βρεγµατικό. Ο κιτρινωπός καπνός που έβγαζε το εργοστάσιο Φελιζόλ, λίγο βορειότερα, είχε µια µυρωδιά ανάµεσα σε µπαγιάτικο καβουρδισµένο καφέ και ψοφιµίλα, που απλωνόταν µερικές φορές σ’ ολόκληρη τη συνοικία.

Υπήρχαν στην περιοχή πολλές µάντρες χωρίς χρήση, µισοξέφραγες, χορταριασµένες, γεµάτες παλιά σιδερικά και κιτρινισµένες, ξυλιασµένες µε τον καιρό εφηµερίδες από τα χρόνια του ’40.

Μύριζαν απόβροχο, σήψη, µυστήριο και τρόµο. Υπήρχαν επίσης κάτι λίγες διώροφες µονοκατοικίες, στοιχειωµένες, όπως µας φάνταζαν, µε κήπο και αναρριχητικά στην πρόσοψη, πάντα σκοτεινές και ακατοίκητες. Σε κάποια άλλα εγκαταλειµµένα σπίτια βλέπαµε χαραγµένο στον τοίχο µε µολύβι ένα µεγάλο Χ µέσα σε κύκλο. Οι µεγάλοι άλλοτε µας έλεγαν ότι εκεί έµεναν παλιογυναίκες και άλλοτε ότι αυτό ήταν το σήµα της ορ γάνωσης Χ. Δεν ξέραµε τι ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και τα δύο όµως µας φόβιζαν.
Ο Θοδωράκης, ο γιος του επιπλοποιού της γειτονιάς, ήταν Χίτης. Καθώς µας µάθαινε αργότερα, σ’ εµένα και τον ξάδελφό µου, πώς να δένουµε την πρώτη µας γραβάτα κι εµείς βλέπαµε από κοντά τα πεταχτά δόντια του, το φευγαλέο πιγούνι του, τα εµπύρετα µάτια του στο χρώµα του σχιστόλιθου, µας εξηγούσε πώς πέρασε τις εξετάσεις για απολυτήριο γυµνασίου: έβγαλε το πιστόλι του, το άφησε πάνω στο θρανίο και είπε «Αυτό είναι το γραπτό µου, κύριε καθηγητά».

Τις µέρες του Κινήµατος οι Ελασίτες (από µικρός αισθάνοµαι πως όλες οι λέξεις σε -ίτης έχουν κάτι το δυσοίωνο) έρχονταν κάθε τόσο και χτυπούσαν το παράθυρο του σπιτιού µας. Οι δικοί µου έµεναν τότε σε τρία συνεχόµενα δωµάτια, που έπιαναν τη µία πλευρά µιας µικρής, µακρόστενης αυλής βυθισµένης κάτω από το επίπεδο του δρόµου. ΄Ετσι, το πρώτο δωµάτιο φαινόταν από τη µεριά του δρόµου σαν ηµιυπόγειο και το παράθυρό του ήταν ισόγειο. Χτυπούσαν, λοιπόν, οι Ελασίτες αυτό το παράθυρο και ρωτούσαν τη γιαγιά µου «Πού είναι οι γιοι σου;»
Η γιαγιά µου απαντούσε πως δεν ήξερε. Ο ένας θείος µου είχε πάει στα Τρίκαλα να φέρει τρόφιµα, ο άλλος ήταν αποκλεισµένος στο κέντρο της Αθήνας µε τους ΄Αγγλους, διερµηνέας.

Η συνοικία ήταν στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Τα βράδια ακούγαµε (άκουγαν οι δικοί µου) να βροντοκυλάνε στην οδό Δυρραχίου, λίγους δρόµους πιο πάνω, κάρα φορτωµένα µε πτώµατα Ελασιτών. Τα πήγαιναν οι συναγωνιστές τους να τα θάψουν σε µια κοντινή αλάνα, που αργότερα έγινε Παιδική Χαρά και πήγαινα συχνά εκεί για να παίξω, µέχρι που έµαθα σε τι χρησίµευε πριν.

Η απέναντι από τη δική µας πλευρά της αυλής ήταν ο πλαϊνός τοίχος ενός σπιτιού όπου έµενε µε την οικογένειά του κάποιος Μάντζαρης, που είχε διατελέσει πριν από τον πόλεµο κρατικός αξιωµατούχος κάπου στη Μακεδονία.

Αγιος άνθρωπος, έλεγαν οι δικοί µου, δεν έβλαπτε ούτε µυρµήγκι. Τον πήρανε οι Ελασίτες από το σπίτι του και τον εκτελέσανε στο Περιστέρι µαζί µε άλλους. Το πτώµα του βρέθηκε µε το δεξιό χέρι σηκωµένο και τα τρία πρώτα δάχτυλα ενωµένα στις άκρες: δεν είχε προλάβει ν’ αποσώσει το σταυροκόπηµά του, όταν τον τρύπησε η σφαίρα.

Η συνοικία µας ήταν ανταρτοκρατούµενη, όπως είπα, αλλά το µέτωπο δεν ήταν σταθερό. Αλλαζε από µέρα σε µέρα και τα σύνορα της κάθε επικράτειας ήταν πορώδη. Στην πραγµατικό τητα, δηλαδή, δεν υπήρχε µέτωπο. Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί. Κάτω από τις γραµµές του τρένου ήταν ο ΕΛΑΣ. Πάνω από τις γραµµές η περιοχή άλλαζε συνεχώς χέρια: τη µια ο ΕΛΑΣ, την άλλη η Εθνοφυλακή, άλλοτε πάλι συγχρόνως και οι δύο, ένα τετράγωνο ο ένας, ένα ο άλλος, στη µία πλευρά του δρόµου ο ένας, στην απέναντι ο άλλος. Σε σταµατούσαν για έλεγχο οι εθνοφύλακες και λίγο πιο κάτω οι Ελασίτες. Αν δεν είχες ιδέα από πολιτικά, όπως η µητέρα µου, δεν µπορούσες να καταλάβεις σε ποια παράταξη ανήκαν αυτοί που σου έκαναν έλεγχο. Πολλοί αντάρτες έµοιαζαν στο ντύσιµο µε τους εθνοφύλακες, πολλοί εθνοφύλακες µε τους αντάρτες. Υπήρχαν και ένοπλοι µε πολιτικά ρούχα, που δεν ήξερες µαζί µε ποιους πολεµούσαν.

Ακουγόταν ότι ήταν ποινικοί, που είχαν σκορπίσει δεξιά κι αριστερά µετά την παραβίαση των φυλακών Αβέρωφ σε µια φάση των µαχών.

Συχνά εισέδυαν στη συνοικία µας εθνοφύλακες και τσολιάδες, που ταµπουρώνονταν πίσω από γωνίες κι έριχναν από εκεί. ΄Ενας τσολιάς είχε ξεκάνει κάµποσους µε αυτό τον τρόπο. ΄Εβγαζε αστραπιαία το κεφάλι του και πυροβολούσε µ’ εντυπωσιακή ευστοχία, λες και τα µάτια του ήταν περισκόπιο που έστριβε γύρω από το γωνιακό σπίτι. Αµέσως έπειτα κρυβόταν πάλι πίσω από τη γωνία. Ο διοικητής του ΕΛΑΣ σ’ εκείνη την περιοχή ήταν ένας έξυπνος και πρακτικός άνθρωπος. Είχε κι ένα χρονόµετρο. Μέτρησε µε ακρίβεια το χρονικό διάστηµα ανάµεσα σε δύο βολές του εχθρού και είδε ότι ήταν σταθερό. Διέταξε τότε τον καλύτερο σκοπευτή ανάµεσα στους άνδρες του να ετοιµαστεί για βολή, αλλά να µη ρίξει πριν του πει ο ίδιος. Ενα κλάσµα του δευτερολέπτου πριν ο τσολιάς ξεµυτίσει πάλι από τη γωνία ο διοικητής, κοιτάζοντας το χρονόµετρο, έδωσε το σύνθηµα και το κεφάλι του τσολιά έγινε θρύψαλα.

Τα εγγλέζικα αεροπλάνα πετούσαν χαµηλά και πολυβολούσαν κάθε κτήριο που ήταν ύποπτο για φωλιά Ελασιτών. Μια µέρα η µητέρα µου πήγε να δει την παντρεµένη αδελφή της, που έµενε στον λόφο του Σκουζέ, µια συνοικία που συνορεύει µε τα Σεπόλια.

Ξαφνικά ακούστηκε ο στριγκός βόµβος και σαν από το πουθενά εµφανίστηκε απέναντί της ένα αεροπλάνο, σε µικρό ύψος. Στον λόφο υπήρχε µια µεγάλη αποθήκη της Εθνικής Τράπεζας, που οι αντάρτες είχαν µετατρέψει σε στρατηγείο τους. Η µητέρα µου ζάρωσε στον τοίχο ενός σπιτιού. Το αεροπλάνο χαµήλωνε ολοένα, ώσπου η µητέρα µου µπορούσε να δει τον πιλότο, κατάφατσα. Τα δύο βλέµµατα, το ερευνητικό του πιλότου και το αλαφιασµένο της µητέρας µου, έµειναν καρφωµένα το ένα στο άλλο για ένα-δυο αιώνια λεπτά. ΄Επειτα το αεροπλάνο ξαναπήρε ύψος και χάθηκε. Προφανώς ο πιλότος είχε κρίνει ότι το σχετικά καλοντυµένο κορίτσι µε το καθαρό πρόσωπο δεν ήταν σύνδεσµος των ανταρτών.

Την έναρξη του Κινήµατος την έζησε η µητέρα µου (την έζησα κι εγώ µαζί της) λίγο πιο κάτω από την Οµόνοια, στην αρχή της οδού Πειραιώς. Ξαφνικά ακούστηκε από τη µεριά της πλατείας το κροτάλισµα πολυβόλων και αυτόµατων, ένα πανδαιµόνιο από άτακτες ριπές. Ο κόσµος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Η µητέρα µου κατέφυγε µαζί µε πολλούς άλλους στο εκκλησάκι του Αγίου Γερασίµου, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου της Πολυκλινικής. Το εκκλησάκι γέµισε ασφυκτικά. Ο παπάς, όρθιος µπροστά στην Ωραία Πύλη, κοίταζε το εκκλησίασµα της ανάγκης και του τρόµου αµίλητος, µε ύφος µελαγχολικό, απελπισµένο και κάπως σαν προφήτη που βλέπει να επαληθεύεται µια θλιβερή προφητεία του.

Η συνοικία µας ήταν λαϊκή, προλεταριακή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν φτωχοί µεροκαµατιάρηδες, στην καλύτερη περίπτωση µικροϋπάλληλοι και µικροµαγαζάτορες (αρχαϊκά µπακάλικα, κουρεία, ψιλικατζίδικα, µαγειρεία, βρόµικα όλα, αλλά µε ευφραντικές, ξεχασµένες σήµερα µυρωδιές). Το ΚΚΕ είχε σηµαντική υποστήριξη εκεί. Τις µέρες του Κινήµατος έγιναν στη γειτονιά πολλά ξεκαθαρίσµατα λογαριασµών, για τα οποία δεν αντέχω να µιλήσω. Δεν ήταν όλα ταξικά, δεν ήταν πάντα οι φτωχοί που εκδικούνταν την «πλουτοκρατία».

Ο σπιτονοικοκύρης µας, για παράδειγµα, που εισέπραττε νοίκια για αρκετά χαµόσπιτα σαν αυτό όπου µέναµε, ήταν µε την Αριστερά και οι δικοί µου, που είχαν προστριβές µαζί του, όχι όµως πολιτικές, έµαθαν αργότερα ότι αυτός είχε καρφώσει στους αντάρτες τους δυο γιους της γιαγιάς µου. Όταν, λίγο πριν από το τέλος, έφτασαν στα Σεπόλια τα πρώτα εγγλέζικα τανκς, ο κόσµος ξεχύθηκε στους δρόµους να τα υποδεχτεί. Ποιος κόσµος όµως; Εκείνοι που λούφαζαν τον ένα µήνα της ανταρτοκρατίας και που ήταν περισσότεροι απ’ όσο θα νόµιζε κανείς για µια τέτοια συνοικία; ΄Η µήπως και πολλοί από εκείνους που την ίδια περίοδο εκδηλώνονταν µε διάφορους τρόπους υπέρ της λαοκρατίας; Και πού κρύβονταν τώρα οι άλλοι; Πού να ξέρεις. Εµφύλιες καταστάσεις. Εµφύλια ανεµοζάλη.

Πριν από λίγα χρόνια ανακάλυψα σ’ ένα παλιό σπίτι στο Παγκράτι, δίπλα στον Αγιο Σπυρίδωνα, µια τρύπα από σφαίρα στο σκονισµένο τζάµι ενός παράθυρου.Ηταν από το Κίνηµα. Σκέφτηκα ότι, αν κάτι τόσο λεπτό και εύθραυστο όσο ένα απλό τζάµι κουβαλάει εξήντα τόσα χρόνια τη µνήµη εκείνων των γεγονότων, ίσως το δέος που ένιωθαν τότε οι δικοί µου για µια φοβερή εκκρεµότητα δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο.

£ Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί


Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Τον εξαπάτησαν οι Αμερικανοί, συνέντευξη στον Αδέσμευτο Τύπο.


Ετσι με εξαπάτησαν οι Αμερικανοί»!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ στον Αδέσμευτο Τύπο της 25 Ιουλίου 2010.

Η φωνή του ακούγεται κοφτή και αποφασιστική στο μικρό κελί που του έχει διατεθεί στην έκτη πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού. «Με εξαπάτησαν ο Σίσκο και ο Κίσινγκερ για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας στην Κύπρο». Ο ίδιος, ντυμένος με μια αθλητική φόρμα, μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι εκστρατείας όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται τα ατέλειωτα 35 χρόνια που μεσολάβησαν από την καταδίκη του για τη συμμετοχή στο Απριλιανό Πραξικόπημα και το ρόλο του στα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974.
Παρότι μικρόσωμος, νιώθεις παρατηρώντας αυτόν τον ηλικιωμένο άνδρα ότι κρύβει μέσα του πολλή δύναμη και σκληράδα όπως και αρκετά μυστικά…
Με εξαίρεση ένα πρόβλημα που είχε με την όρασή του το οποίο ξεπεράσθηκε επιτυχώς, η υγεία του είναι πολύ καλή, ενώ η διαύγεια και η παρατηρητικότητά του εντυπωσιάζουν για κάποιον που είχε υπερβεί τότε (Ιούλιος του 2009) το 87ο έτος της ηλικίας του.
Ο Μίμης, όπως του προσφωνούν οι λίγοι φίλοι του, γνωστότερος στον ελληνικό λαό ως «ο αόρατος δικτάτορας» , κατά κόσμον ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης, δεν κρύβει την οργή του για την ενορχηστρωμένη συμπαιγνία σε βάρος του από την τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Κάνοντας μια αναδρομή στην κρίσιμη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, λίγες μέρες μετά την τουρκική απόβαση στο Πεντεμίλι της Κυρήνειας, στο ΑΕΔ (Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων) -στην οποία εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη, του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας Κυπραίου και Λατσούδη και των αρχηγών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, συμμετείχαν ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα Χένρι Τάσκα και ο υφυπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Σίσκο, που μόλις είχε προσγειωθεί ερχόμενος από την Αγκυρα όπου συναντήθηκε με τον Ετσεβίτ- αποκαλύπτει πως οι Αμερικανοί προσπάθησαν να… αποκοιμίσουν την Αθήνα, ενώ συνεχιζόταν η τουρκική εισβολή.
«Ο Σίσκο, που πήρε το λόγο αμέσως μετά την είσοδό του στην αίθουσα του τρίτου ορόφου του Πενταγώνου όπου συνεδριάζαμε, μας ζήτησε να δείξουμε αυτοσυγκράτηση. Μας διαβεβαίωσε μάλιστα, ότι αυτός και ο Κίσινγκερ θα έπειθαν τους Τούρκους να αποχωρήσουν από την Κύπρο, τα επόμενα 24ωρα, αφήνοντας μια δύναμη περίπου 1.500 ανδρών για ενίσχυση της ΓΟΥΡΔΥΚ και της τόνωσης του ηθικού των Τουρκοκυπρίων. Γι’ αυτό και μας κάλεσε να αποφύγουμε κάθε πολεμική ενέργεια».
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο ίδιος και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι είπε απευθυνόμενος στην αμερικανική πλευρά: «Μας εξαπατήσατε, όπως κάνατε και προ ημερών, όταν μας υποσχεθήκατε ότι ο έκτος στόλος θα περιπολούσε στα στενά της Μερσίνας, ώστε να αποτρέψει τουρκική αποβατική ενέργεια».
Ο Ιωαννίδης θυμάται ότι αμέσως σηκώθηκαν τόσο ο Γκιζίκης όσο και Κυπραίος και απευθυνόμενοι στους δύο Αμερικανούς στα αγγλικά, τους προειδοποίησαν ότι αν οι Τούρκοι δεν αποχωρούσαν άμεσα, η Ελλάδα θα έφευγε από το ΝΑΤΟ και θα «κήρυττε τον πόλεμο στην Αγκυρα».
Μετά από μικρή παύση, ανακαλώντας τη μνήμη του, λέει: «Αμέσως έπεισα τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο να κηρύξουμε γενική επιστράτευση! Παράλληλα αποφασίσαμε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που το ίδιο βράδυ έβγαζε το 353/74 ψήφισμα, να κληθούν όλα τα μέρη να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου».
«Εκτός από την επιστράτευση, σε τι άλλες ενέργειες προχωρήσατε;», τον ρωτήσαμε, με το θάρρος της γνωριμίας που είχαμε αποκτήσει, καθώς ένα παιχνίδι της μοίρας μας έφερε να μοιραζόμαστε τους ίδιους χώρους για ένα χρονικό διάστημα. «Διέταξα τον τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Πέτρο Αραπάκη να στείλει αμέσως τα μισά υποβρύχια που βρισκόντουσαν στα Δωδεκάνησα στην Κύπρο και να χτυπήσουν τα τουρκικά πλοία, ενώ πρότεινα να κηρύξουμε την Ενωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα».
«Τελικά τι έγινε;», τον ξαναρωτήσαμε. «Διατύπωσαν δισταγμούς τόσο ο Μπονάνος που ακόμη πίστευε στη μεσολάβηση των Αμερικανών όσο και ο Γκιζίκης. Αλλά και ο τότε αρχηγός της Αεροπορίας Παπανικολάου, όταν του ζήτησαν να στείλουμε τα Φάντομ που είχαμε και να διαλύσουν τους εισβολείς, άρχισε τις αναλύσεις σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες των συγκεκριμένων αεροσκαφών»…
Αναπόφευκτη η απορία μας για το «εάν θα κερδίζαμε έναν πόλεμο με την Τουρκία που υπερτερούσε αριθμητικά τόσο σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε οπλικά συστήματα»…
«Κι όμως, δεν ήταν έτσι τα πράγματα», μας διέκοψε, «γιατί οι συσχετισμοί στην ποιότητα των όπλων, ιδιαίτερα στην Αεροπορία και στο Ναυτικό, ήταν συντριπτικά υπέρ μας. Ακόμη και στο Στρατό Ξηράς όπου η Τουρκία υπερτερούσε τρία προς ένα, δεν είχαμε ουσιαστικό πρόβλημα λόγω του περιορισμένου μετώπου στον Εβρο.
Εξάλλου, εμείς είχαμε καλύτερα άρματα μάχης, τα γαλλικά ΑΜΧ, που ήταν πιο σύγχρονα και γρήγορα από τα αμερικανικά Μ-47 που διέθεταν, είναι αλήθεια σε μεγάλους αριθμούς αυτοί. Επιπλέον, οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί είχαμε πολεμική εμπειρία από την περίοδο 1946-9, ενώ οι Τούρκοι είχαν να πολεμήσουν από το ’22».
Για τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο άνδρα της χώρας… «η κρίσιμη διαφορά ήταν στην ψυχοσύνθεση των δύο λαών. Ο Ελληνας στρατιώτης εκείνης της εποχής (1974) ήταν πολύ καλύτερα εκπαιδευμένος και είχε υψηλότερο ηθικό από τον αντίστοιχο Τούρκο».
Σύμφωνα με τον ίδιο… «τα 22 Φάντομ που μόνο εμείς τότε διαθέταμε θα δημιουργούσαν υπεροχή στον αέρα και θα συνέτριβαν την τουρκική αεροπορία. Απ’ ό,τι θυμάμαι πετούσαν με επιχειρησιακή ταχύτητα 700 χλμ. την ώρα και ήταν απείρως γρηγορότερα από τα F-104, F-100 και F-84 που είχαν οι Τούρκοι. Ειδικά τα τελευταία ήταν κάτι παλιατζούρες από τον καιρό της Κορέας που ίσα - ίσα πετούσαν».
Αλλά και στο Ναυτικό, σύμφωνα με τον ιδεολογικό υπεύθυνο του Απριλιανού καθεστώτος, όπως ο ίδιος αρέσκεται να αποκαλεί τον εαυτό του, η διαφορά ήταν συντριπτική: «Πρέπει να ’χαμε δύο – τρία αντιτορπιλικά περισσότερα από τους Τούρκους, αλλά το παιχνίδι θα κερδιζόταν από τα υποβρύχια και τις γαλλικές πυραυλάκατους που μόλις είχαμε παραλάβει. Είχαμε οχτώ γερμανικά υποβρύχια, από τα οποία τα τέσσερα ήταν σύγχρονα τύπου 2009, ενώ αυτοί κάτι απομεινάρια αμερικανικά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου».
Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει… «μπορούσαμε να διαλύσουμε τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις. Θυμάμαι ότι τα υποβρύχια του Αραπάκη απείχαν περίπου 80 ναυτικά μίλια από την Πάρο και τα Φάντομ βρίσκονταν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Στη σύσκεψη που έγινε τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου στο γραφείο του Γκιζίκη, είπα στον Αραπάκη να βουλιάξει όλα τα τουρκικά πλοία που ήταν έξω από το λιμάνι της Κυρήνειας και στον Παπανικολάου να στείλει από την Κρήτη τα πρώτα έξι Φάντομ και να βομβαρδίσουν οτιδήποτε τουρκικό εκινείτο πάνω στο νησί».
Τελικά, όμως, δεν έγινε τίποτε απ’ όλ’ αυτά. «Γιατί;», τον ρωτήσαμε.
«Μας πρόδωσαν, δεν το κρύβω, οι αρχηγοί των γενικών επιτελείων και ο Γκιζίκης. Οπως πληροφορήθηκα εκ των υστέρων οι τρεις αρχηγοί μαζί με τον Μπονάνο και τον Γκιζίκη, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να μην έρθουν σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, ενώ ο Αραπάκης διέταξε τα υποβρύχια να γυρίσουν πίσω και ο Παπανικολάου να μη σηκωθεί ούτε ένα αεροπλάνο. Στη συγκεκριμένη σύσκεψη, όπως ενημερώθηκα από τον αρχηγό του Στρατού αντιστράτηγο Γαλατσάνο, ο Αραπάκης πρότεινε κι οι άλλοι συμφώνησαν να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς».
Ο ίδιος απαντά και στην κατηγορία ότι ήθελε το θάνατο του Μακαρίου. «Σε καμία περίπτωση γιατί έτσι θα κλονιζόταν το έρεισμα της Ενωσης, μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότεροι Κύπριοι ήταν μακαρικοί. Η διαταγή που είχα δώσει προσωπικά στον συνταγματάρχη Κων/νο Κομπόκη, που ήταν επικεφαλής της επίθεσης στο Προεδρικό Μέγαρο, ήταν να συλληφθεί ο Μακάριος ζωντανός».
Οσο για την τύχη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου ο Ιωαννίδης υποστηρίζει ότι ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ που «δεν έβλεπε με καλό μάτι τον Μακάριο», του είχε προτείνει να «φιλοξενηθεί» για ένα διάστημα σε Μοναστήρι του Αγίου Ορους.

«Ο Σεραφείμ γνώριζε προσωπικά πολλούς ηγούμενους και με είχε πείσει ότι θα μπορούσε να τακτοποιήσει το θέμα».
Για τον «αόρατο δικτάτορα» δεν έγιναν εγκλήματα στη διάρκεια της Επταετίας για τα οποία να θεωρείται ηθικός αυτουργός. «Μάθατε πότε να μου έχει γίνει καμία αγωγή για το συγκεκριμένο θέμα ή κάποιος να έχει στραφεί ζητώντας αποζημίωση από την οικογένειά μου, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε θύμα μου;», αναρωτιέται.
Οσο για τους δημοσιογράφους, θεωρεί ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα, ακόμη και να μπουν στη φυλακή, όπως ο υπογράφων, προκειμένου να κάνουν ρεπορτάζ. Εμείς, όμως, οφείλουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα, έστω και από αυτήν την πλευρά, καθώς η παραφιλολογία που είχε αναπτυχθεί γύρω από την Κυπριακή τραγωδία, μας δίνει το δικαίωμα να φωτίσουμε όλες τις πτυχές εκείνων που πρωταγωνίστησαν την συγκεκριμένη περίοδο…






Σχόλιο του κ. Πάτροκλου Σταύρου, Υφυπουργού της Κυπριακής Δημοκρατίας (1963-1993)
στον Αδέσμευτο Τύπο της Κυριακής 1 Αυγούστου 2010


«Ετσι με εξαπάτησαν οι Αμερικανοί», λέγει στο τελευταίο φύλλο του Κυριακάτικου «Αδέσμευτου» ο ισοβίτης του Κορυδαλλού Ιωαννίδης. Μια απάντηση και ένας σύντομος σχολιασμός στη «συνέντευξή» του.
Δηλαδή, συνεργάστηκαν μαζί του οι Αμερικανοί κι εκείνος μαζί τους για να διενεργήσουν το πραξικόπημα στην Κύπρο κατά της Κύπρου και του Μακαρίου και τον εξαπάτησαν. Τώρα το κατάλαβε; Αλλά γιατί έλεγε ότι ο Μακάριος έκανε το πραξικόπημα εναντίον του εαυτού του; Αλλωστε γι’ αυτό οι Αμερικανοί τον επέλεξαν. Για να τον «εξαπατούν», ως απυθμένως αφελή!
Ενώ οι Τούρκοι, που κι εκείνοι συνεργάσθηκαν με τους Αμερικανούς, αλλ’ από την ανάποδη, είπαν ότι θα καταλάβουν μόνο ένα κομματάκι της Κύπρου και οι Αμερικανοί συμφώνησαν. Τελικά κατέλαβαν τη μισή Κύπρο και οι Αμερικανοί σιώπησαν.
Του είπαν, λέει, οι Αμερικανοί ότι «θα έπειθαν τους Τούρκους να αποχωρήσουν από την Κύπρο τα επόμενα 24ωρα». Και το έχαψε! Στη συνέχεια διέταξε γενική επιστράτευση. Εγινε και ήταν η γελοιωδέστερη επιστράτευση του κόσμου. Διέταξε να κτυπήσουν τα τουρκικά πλοία. Διέταξε να κτυπήσουν τα τουρκικά αεροπλάνα. Διέταξε να κτυπήσουν τον Τουρκικό Στρατό Ξηράς. Και στα τρία αυτά Οπλα, λέγει στη «συνέντευξή» του, η Ελλάς υπερτερούσε. Γιατί, λοιπόν, δεν εκτύπησαν; Καλύτερα ήταν και τα άρματά μας, λέγει. Είχαμε και μεγαλύτερη εμπειρία στον πόλεμο. Και το δικό μας ηθικό ήταν υψηλότερο. Η «κρίσιμη διαφορά ήταν στην ψυχοσύνθεση των δυο λαών», λέγει ακαταλαβίστικα.
Παντού και σε όλα, επαναλαμβάνει, «η διαφορά ήταν συντριπτική» υπέρ μας.
Είχαμε και σπουδαία και σύγχρονα υποβρύχια και πυραυλακάτους, ενώ οι Τούρκοι είχαν «απομεινάρια αμερικάνικα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Είπε, λέγει, στον Αραπάκη ότι «μπορούσαμε να διαλύσουμε τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις».
Γιατί δεν τις διέλυσαν; Είπε και στον Παπανικολάου «να στείλει από την Κρήτη τα πρώτα έξι Φάντομ και να βομβαρδίσουν οτιδήποτε τουρκικό εκινείτο πάνω στο νησί». Γιατί δεν έστειλαν ούτε ένα;
Είχε απειλήσει τους Αμερικανούς ο μέγας στρατηλάτης Ιωαννίδης ότι η Ελλάδα θα «κήρυττε τον πόλεμο στην Αγκυρα». Γιατί δεν τον κήρυξε τον πόλεμο στην Αγκυρα; Αλλ’ έκανε κάτι άλλο, λέγει: «Παράλληλα αποφασίσαμε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που το ίδιο βράδυ έβγαζε το 353/74 ψήφισμα, να κληθούν όλα τα μέρη να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου»! Αποφασίσαμε, λέγει!
Ιδέα δεν είχε τι συνέβαινε; Τον εξαπάτησαν και σ’ αυτό οι Αμερικανοί; Αφού η Ελλάδα του τότε ήταν κατηγορούμενη για όσα έκανε στην Κύπρο. Θα έβγαζε και ψηφίσματα υπέρ της Κύπρου;
Τα έργα του Ιωαννίδη είναι αποτρόπαια. Του είπαν και τον ρώτησαν «ότι ήθελε το θάνατο του Μακαρίου». Και είπε «σε καμιά περίπτωση γιατί έτσι θα κλονιζόταν το έρεισμα της Ενωσης, μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότεροι Κύπριοι ήταν μακαρικοί». Και είχε δώσει διαταγή στον συνταγματάρχη Κομπόκη, που ήταν επικεφαλής της επίθεσης στο Προεδρικό Μέγαρο, να συλληφθεί ο Μακάριος ζωντανός.
Βέβαια, αλλά έλεγε και έλεγαν τότε: Ο Μακάριος ήταν το εμπόδιο στην Ενωση.
Στα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς η εκπαίδευση και η κατήχηση ήταν για τον ανθενωτικό Μακάριο, τον αρχομανή, τον φιλόδοξο και άλλα πολλά αηδιαστικά. Ελεγαν ότι δεν αντιπροσωπεύει τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό. Εκανε τότε εκλογές ο Μακάριος και ψηφίστηκε από το 97% του λαού. Τον Κομπόκη διέταξε ο Ιωαννίδης να συλλάβει ζωντανό τον Μακάριο, άρα δεν ήθελε το θάνατό του, αλλά στον Σαμψών ταυτόχρονα παράγγειλε να του στείλει επί πίνακι την κεφαλή του Μακαρίου. Αυτή η διαταγή της νέας Ηρωδιάδας έχει μαγνητοφωνηθεί.
Ο αρχηγός του πραξικοπήματος ταξίαρχος Μιχάλης Γεωργίτσης κατέθεσε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων το Μάρτιο του 1986 ότι η εντολή από την Αθήνα ήταν: «Νεκρός ο Μακάριος». Εγώ, που ήμουν τότε μαζί με τον Μακάριο στο Προεδρικό Μέγαρο, και επίμονα και έντονα τον παρότρυνα να φύγει και ευτυχώς με άκουσε, λέω πως, αν τον έπιαναν, θα τον έκαναν κιμά! Ο Μακάριος κατέφυγε στην Πάφο και εκεί έστειλαν μιαν πολεμική ακταιωρό για να τον σκοτώσει μέσα στη Μητρόπολη.
Εστειλαν και πεζοπόρα τμήματα, αλλ’ ο Μακάριος είχε φύγει για τη Μάλτα και μετά για Λονδίνο.
Οι ισχυρισμοί του Κομπόκη ότι «άφησε αφύλακτη την πίσω πόρτα του Προεδρικού Μεγάρου», και έφυγε ο Μακάριος, είναι φληναφήματα και παραμύθια της Χαλιμάς.
Πίσω πόρτα του Προεδρικού δεν υπάρχει, αλλά δεν μπόρεσε να φτιάξει ολίγον αληθοφανές το δόλιο ψέμα του. Αν το είχε κάνει αυτό, θα ενημέρωνε και τον βασιλέα Κωνσταντίνο στο Λονδίνο.
Τι να τα λέμε! Ο Ιωαννίδης και οι συν αυτώ κατέστρεψαν την Κύπρο και άνοιξαν τις αρπακτικές ορέξεις και βουλιμίες της Τουρκίας κατά της Ελλάδος, τις οποίες καθημερινά βλέπουμε και ακούμε. Μήπως η σωτηρία μας είναι τελικά ο ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης και δεν το ξέρουμε; Διερωτώμαι, γιατί η Τουρκία να μην του έχει στήσει ακόμη ανδριάντα.

* Ο δρ Πάτροκλος Σταύρου είναι πρώην υφυπουργός παρά τω Προέδρω της Κυπριακής Δημοκρατίας (1963-1993)
..........................................................
Απομονωμένος μέχρι το τέλος ο Δημ Ιωαννίδης, Τα Νέα, 19 Αυγούστου 2010.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Πως άφησαν τους Τούρκους να εισβάλουν ανενόχλητοι, του Μακάριου Δρουσιώτη στην Ελευθεροτυπία.


Πώς άφησαν τους Τούρκους να εισβάλουν ανενόχλητοι
Του ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στις 20 Ιουλίου 1974, τα χαράματα, οι Τούρκοι ξεκίνησαν την αποβατική τους επιχείρηση στις ακτές της Κερύνειας. Στη Λευκωσία, το κρατικό ραδιόφωνο ξεκίνησε την εκπομπή του στις 6.00 το πρωί με πρωινή προσευχή, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Η πραξικοπηματική κυβέρνηση κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Η Εθνική Φρουρά ήταν ένας στρατός υποτυπωδώς εξοπλισμένος με μέσα, κατάλοιπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πιο αξιόμαχες μονάδες χρησιμοποιήθηκαν στο πραξικόπημα που έγινε πέντε μέρες πριν και ήταν εξουθενωμένες. Η δυνατότητα στρατιωτικής αντίδρασης στην τουρκική εισβολή ήταν μηδαμινή.

Ενώ οι Τούρκοι αποβιβάζονται με άνεση, σαν τουρίστες, οι ελληνικές δυνάμεις κάνουν «αντεπίθεση» σε τουρκοκυπριακά χωριά
Η μόνη αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη που υπήρχε στην Κύπρο ήταν το ελληνικό απόσπασμα (ΕΛΔΥΚ), που απαριθμούσε 950 άντρες. Ομως, σχεδόν οι μισοί, ήταν νέοι στρατιώτες που είχαν αντικατασταθεί στις 18 Ιουλίου, μόλις δύο μέρες πριν από την εισβολή. Το γεγονός ότι η χούντα προχώρησε στην κανονική αντικατάσταση των οπλιτών της ΕΛΔΥΚ, παρά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, μαρτυρεί ότι δεν ανέμενε πολεμική κρίση στην Κύπρο.

Ο υπολογισμός που είχε κάνει η χούντα, ότι η Τουρκία θα ικανοποιούνταν με την ανατροπή του Μακαρίου και δεν θα εισέβαλλε στην Κύπρο, αποδείχθηκε αφελής. Το ίδιο αφελής ήταν και η πεποίθηση του Ιωαννίδη, όπως την είχε μεταφέρει στους συνεργούς του, ότι είχε κάλυψη από τις ΗΠΑ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στις 20 Ιουλίου 1974, η χούντα στην Αθήνα και οι εγκάθετοί της στην Κύπρο απέτυχαν παταγωδώς να εφαρμόσουν, έστω και υποτυπωδώς, ένα σχέδιο άμυνας που αν μη τι άλλο θα μεγιστοποιούσε το κόστος της επέμβασης της Τουρκίας. Οποια αντίσταση υπήρξε ήταν χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και εν πολλοίς αναποτελεσματική.

Μια ανάγνωση της κατάθεσης που έδωσε στην ερευνητική επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου, στη Βουλή των Ελλήνων, ο αρχηγός του πραξικοπήματος, ταξίαρχος Μιχάλης Γιωργίτσης, όπως δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην έκδοση της «Ε», «Φάκελος Κύπρου, τα απόρρητα ντοκουμέντα», είναι αρκούντως αποκαλυπτική της αδυναμίας αντίληψης της δραματικότητας των στιγμών, όταν η Τουρκία εξαπέλυσε την επιδρομή της κατά της Κύπρου:

«Τις πρώτες πρωινές ώρες της 20/7 μας έλεγαν από το ΑΕΔ ότι πρόκειται για άσκηση του ΝΑΤΟ, ή ότι συμμετέχουν οι Τούρκοι σε άσκηση του ΝΑΤΟ, ότι μπλοφάρουν κ.λπ. Το BBC ανήγγειλε ότι άρχισε η επίθεση των Τούρκων στις 20/7 το πρωί και ειδικότερα γύρω στις 5.20 π.μ. που ήλθαν τα αεροπλάνα και έκαναν ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Και τότε που έκαναν τις ρίψεις, το ΑΕΔ δεν αποδέσμευσε τα αντιαεροπορικά μας».

Δύο «Αφροδίτες»

Η Εθνική Φρουρά είχε δύο σχέδια άμυνας της Κύπρου: το «Αφροδίτη Ενα» και το «Αφροδίτη Δύο». Το «Αφροδίτη Ενα» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Κύπρος θα δεχόταν επίθεση από την Τουρκία και θα χρειαζόταν να αποκρούσει προσπάθεια αποβίβασης δυνάμεων.
Σε μια τέτοια περίπτωση η συνδρομή της Ελλάδος θα ήταν:
* Αποστολή υποβρυχίων για βύθιση του αποβατικού στόλου.
* Αεροπορική κάλυψη της Κύπρου.
* Συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ στην προσπάθεια απόκρουσης της εισβολής.
Η δημιουργία τουρκικού προγεφυρώματος εθεωρείτο αναπόφευκτη και το σχέδιο προέβλεπε χρησιμοποίηση της ΕΛΔΥΚ για την καταστροφή του.

Σύμφωνα με το σχέδιο, η ΕΛΔΥΚ «θα ετηρείτο εφεδρεία και θα αποτελούσε την κύρια δύναμη αντεπίθεσης κατά του προγεφυρώματος που τυχόν θα δημιουργείτο (...) τη νύχτα της D/D+1», που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η νύχτα της 20ής προς την 21η Ιουλίου.

Το «Αφροδίτη Δύο» θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που η Εθνική Φρουρά ήταν αυτή που θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Προέβλεπε αιφνιδιασμό των Τούρκων, με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των τουρκοκυπριακών θυλάκων σε όλη την Κύπρο. Η κύρια προσπάθεια θα ήταν η διάλυση του θυλάκου του Κιόνελι, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο σημαντικότερος και εκτεινόταν μεταξύ Λευκωσίας - Αγύρτας, στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου.

Προγεφύρωμα
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τουρκικός στρατός δημιούργησε προγεφύρωμα στην Κερύνεια, προτού καν η Εθνική Φρουρά κηρύξει επιστράτευση. Συνεπώς, εκείνο που μπορούσε να κάνει το Γενικό Επιτελείο ήταν να προσπαθήσει να συγκρατήσει το πρώτο αποβατικό κύμα, εν αναμονή της αεροπορικής και ναυτικής υποστήριξης από την Ελλάδα. Ακολούθως η ΕΛΔΥΚ, ως η μόνη συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη εφεδρείας, θα πραγματοποιούσε νυχτερινή αντεπίθεση, για να καταστρέψει το εχθρικό προγεφύρωμα. Μια επιτυχής αντεπίθεση και εξουδετέρωση του προγεφυρώματος, το βράδυ της 20ής προς την 21η Ιουλίου 1974, αποτελούσε τον σοβαρότερο κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι Τούρκοι στα πρώτα στάδια της εισβολής. «Η μεγαλύτερη ανησυχία μας ήταν η αποτυχία του πρώτου κύματος των αποβατικών μας δυνάμεων με επέμβαση των αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων του εχθρού. Η Εθνική Φρουρά δεν είχε δυνατή αεροπορία και ναυτικό. Ομως μπορούσε να ενισχυθεί από την Ελλάδα», αναφέρει ο διοικητής της 39ης Μεραρχίας, στρατηγός Ντεμιρέλ, ο οποίος ηγήθηκε της τουρκικής αποβατικής δύναμης.

Τα μπέρδεψαν;
Στις 20 Ιουλίου, η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς, αντί να δώσει διαταγή για εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη Ενα», αφού την πρωτοβουλία την είχαν αναλάβει οι Τούρκοι και βρισκόταν σε εξέλιξη αποβατική επιχείρηση, άρχισαν να εφαρμόζουν το «Αφροδίτη Δύο». Αντί το βράδυ της 20ής Ιουλίου η ΕΛΔΥΚ να επιχειρήσει εκκαθάριση του προγεφυρώματος στην Κερύνεια, διατάχθηκε να επιτεθεί κατά του θυλάκου Κιόνελι. Ο θύλακος αυτός εκτεινόταν από τα βόρεια της Λευκωσίας μέχρι την οροσειρά του Πενταδάκτυλου σε μια τεράστια έκταση, σχετικά πυκνοκατοικημένη. Η επιχείρηση κατάληψής της από ένα τάγμα της ΕΛΔΥΚ δεν είχε κανένα στρατιωτικό νόημα.

Η ΕΛΔΥΚ διατάχθηκε να επιτεθεί κατά του θυλάκου με την υποστήριξη μερικών γερασμένων ρωσικών αρμάτων που διέθετε η Εθνική Φρουρά. Από τα 27 άρματα που υπήρχαν στη Λευκωσία, έφτασαν στην ΕΛΔΥΚ μόνο τα 13. Τα υπόλοιπα παρέμειναν σε διάφορα σημεία της πόλης για να προσφέρουν ασφάλεια στο καθεστώς. Από τα 13 άρματα χρησιμοποιήθηκαν στις μάχες μόνο τα επτά. Τα υπόλοιπα, καταπονημένα από το πραξικόπημα, παρέμειναν στο στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον ταξίαρχο Γεώργιο Σέργη, ο οποίος μελέτησε τις εκθέσεις των αξιωματικών που πήραν μέρος στις επιχειρήσεις στην Κύπρο, η επίθεση της ΕΛΔΥΚ κατά του Κιόνελι, «κακώς σχεδιασθείσα, μη προπαρασκευασθείσα και κακώς εκτελεσθείσα, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ούτε ως επιθετική αναγνώριση».

Ερωτήματα
Από το 1974 κανείς δεν έδωσε μια πειστική εξήγηση για το «μπέρδεμα» αυτό.
Γιατί η ΕΛΔΥΚ επιτέθηκε στο κατοικημένο Κιόνελι και δεν επιχείρησε να καταστρέψει το τουρκικό προγεφύρωμα στην ακτή της Κερύνειας; Ηταν η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς τόσο άσχετη που οργάνωσε και εκτέλεσε τόσο άψογα ένα πραξικόπημα, αλλά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει ένα αμυντικό από ένα επιθετικό σχέδιο;

Ανάλογες διαταγές δόθηκαν και σε τάγματα εφεδρείας της Εθνικής Φρουράς που τέθηκαν υπό τη διοίκηση της ΕΟΚΑ Β. Ενόσω ο τουρκικός στρατός, σχεδόν ανενόχλητος, αποβιβαζόταν στις βόρειες ακτές, η Εθνική Φρουρά διέθεσε τις δυνάμεις της για να επιτεθούν στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, κυρίως στο νότιο τμήμα της Κύπρου.

Εκ του αποτελέσματος υπήρξε το εξής φαινόμενο: Τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν σχεδόν ανενόχλητα στην Κύπρο και προέλασαν χωρίς σοβαρή αντίσταση στο εσωτερικό, σπρώχνοντας τον ελληνικό πληθυσμό να βρει καταφύγιο στον πιο ασφαλή Νότο.


Ταυτόχρονα, με τις επιχειρήσεις εναντίον των τουρκοκυπριακών θυλάκων στο Νότο, υπήρξε μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων προς το Βορρά. Ηταν αυτό ένα σχέδιο βίαιης μετακίνησης πληθυσμών; Το σενάριο ακούγεται λογικό, πλην όμως δεν υπάρχουν τα τεκμήρια που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε μια τόσο καλά οργανωμένη συνωμοσία, που να συντόνιζε ακόμη και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εκατέρωθεν.

Ο γρίφος λύνεται
Ο Μιχάλης Γεωργίτσης, στην κατάθεσή του που δημοσιεύτηκε στην προαναφερθείσα έκδοση της «Ε», ρίχνει κάποιο φως στη σκοτεινή αυτή πτυχή, που λύνει το γρίφο:
- Δεν υπήρξε κανένα μπέρδεμα των σχεδίων στην Κύπρο. Το να επιτεθεί η ΕΛΔΥΚ στο θύλακο του Κιόνελι ήταν ρητή διαταγή από το ΑΕΔ της Ελλάδας, και συγκεκριμένα από τον ταξίαρχο Χανιώτη, ο οποίος είχε την αρμοδιότητα των επιχειρήσεων στην Κύπρο. Μάλιστα, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ, συνταγματάρχης Νικολαΐδης, διαφωνούσε διότι δεν προέβλεπαν κάτι τέτοιο τα σχέδια. Ομως το ΑΕΔ επέμενε.

Αναφέρει σχετικά ο Γεωργίτσης: (o επικεφαλής του πραξικοπήματος εναντίον του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη Μακάριου)
«Η ΕΛΔΥΚ δεν ενήργησε σύμφωνα με το αμυντικό σχέδιο της Κύπρου. Αυτό δεν το διέταξε ο κ. Χανιώτης διατάσσοντας "εφαρμόσατε σχέδιο με την κάτωθι τροποποίηση. ΕΛΔΥΚ επιτεθεί προς Κιόναλι". Διά του τρόπου αυτού αποδυναμωνόταν η αμυντική ικανότητα της Κύπρου».
Διαταγές
Και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του:
«Δεν έστρεψα εγώ τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ εναντίον του θύλακα Αγύρτα - Λευκωσία (Κιόνελι). Αυτό το διέταξε ο κ. Χανιώτης τροποποιώντας το σχέδιο. Και επειδή ο κ. Νικολαΐδης έχοντας υπόψη ότι τα σχέδια δεν προέβλεπαν κάτι τέτοιο διατύπωσε επιφυλάξεις, του είπα να επικοινωνήσει με τον κ. Χανιώτη και αν εκείνος τροποποιήσει τη διαταγή του "πάρε με εμένα στο τηλέφωνο" να μη γίνει (κίνηση) προς Κιόνελι διότι και εγώ δεν ήθελα».

Τι σήμαινε, όμως, η απόφαση «επιτεθείτε στο Κιόνελι;».
Ας βάλουμε ξανά τα γεγονότα στη σειρά:
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο σχέδιο «Αφροδίτη Ενα» για την άμυνα της Κύπρου σε περίπτωση τουρκικής εισβολής προέβλεπε:
* Ναυτική υποστήριξη από την Ελλάδα με αποστολή υποβρυχίων.
* Αεροπορική υποστήριξη, παρά τη μεγάλη απόσταση.
* Αξιοποίηση της ΕΛΔΥΚ ως κύριας δύναμης εφεδρείας για την καταστροφή του τουρκικού προγεφυρώματος.

Τι έγινε στην πράξη:
Τα υποβρύχια διατάχθηκαν δύο φορές και γύρισαν πίσω.
Τα αεροπλάνα διατάχθηκαν την τελευταία στιγμή να μην απογειωθούν.
Η ΕΛΔΥΚ αντί να διαταχθεί να επιτεθεί στο προγεφύρωμα, επιτέθηκε στο θύλακα του Κιόνελι.
Ηταν αυτό αποτέλεσμα προειλημμένης απόφασης, με σκοπό τη διευκόλυνση της εισβολής και διχοτόμηση της Κύπρου; Μάλλον απίθανο. Απλώς, η χούντα δεν μέτρησε καλά τα κουκιά της. Είτε λόγω ανεπάρκειας, είτε ανοησίας, είτε διαβεβαιώσεων που πήρε ή νόμιζε ότι πήρε, δεν περίμενε τουρκική εισβολή. Κι όταν εκδηλώθηκε η εισβολή, απλώς φοβόταν να συγκρουστεί ευθέως με την Τουρκία.

Υποδείξεις
Από τα πρώτα στάδια της διπλωματικής προεργασίας της εισβολής, η Τουρκία διαμήνυσε στην Ελλάδα να μην αναμιχθεί στρατιωτικά. Επίσης, ο κυρίαρχος στόχος του αμερικανικού παράγοντα, τις παραμονές της εισβολής, ήταν να αποτρέψουν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Κατά την αποστολή του στην Αθήνα, ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο υποδείκνυε στην ελληνική κυβέρνηση να μην αντιδράσει στρατιωτικά στην τουρκική εισβολή, διότι δεν θα βοηθούσε την Κύπρο και θα κινδύνευε να χάσει το Αιγαίο ή μέρος της Θράκης.

Ιστορικά, από το 1960 μέχρι το 1974, η Ελλάδα αναγνώριζε αυτή την πραγματικότητα. Ακόμη και την περίοδο της παρουσίας τής ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο (1964-1967) η Ελλάδα απέφυγε με θρησκευτική ευλάβεια να ρισκάρει στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Το 1964, όταν η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε την Κύπρο, οι οδηγίες προς τη μεραρχία ήταν να απέχει από κάθε στρατιωτική ενέργεια. Και το 1967, στην πολεμική κρίση της Κοφίνου, όταν η Τουρκία εκβίασε την Ελλάδα με πόλεμο, η χούντα διέταξε την απόσυρση της μεραρχίας από την Κύπρο.

Για την τιμή των όπλων
Το 1974 η χούντα στην πλειοψηφία της, με εξαίρεση τον Ιωαννίδη που ήταν απρόβλεπτος, έτρεμε από τον κίνδυνο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης και έκανε το παν για να μην υπάρξει στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που περιόρισαν τον Ιωαννίδη, ο οποίος θεωρήθηκε επικίνδυνος, διέταξαν τα υποβρύχια να γυρίσουν πίσω και δεν επέτρεψαν την απογείωση των αεροπλάνων. Γι' αυτό δεν επέτρεψαν στην ΕΛΔΥΚ να επιτεθεί στο προγεφύρωμα της Κερύνειας, όπως προέβλεπαν τα σχέδια. Επειδή, όμως, η ΕΛΔΥΚ ήταν παρούσα στην Κύπρο και δεν μπορούσε να διαταχθεί να κλειστεί στους στρατώνες της, ενώ η Τουρκία θα αποβίβαζε δυνάμεις στην Κύπρο, διατάχθηκε να επιτεθεί στο Κιόνελι, για την τιμή των όπλων, όπου η αντιπαράθεση θα ήταν πρωτίστως με Τουρκοκυπρίους, στα μετόπισθεν, και όχι απ' ευθείας με τον τουρκικό στρατό.

Κάποιος θα μπορούσε να πει πως από τη στιγμή που δεν υπήρξαν οι δυνατότητες για ουσιαστική αντίδραση, τουλάχιστον γλίτωσαν την Ελλάδα από τα χειρότερα. Ομως, αυτά θα έπρεπε να τα σκεφτούν και να τα ζυγίσουν προτού διατάξουν την ανατροπή της κυβέρνησης της Κύπρου, την οποία παρέδωσαν άοπλη και απροστάτευτη στην Τουρκία.

Αυτές και άλλες πικρές αλήθειες είναι που κρατάνε κλειστό και απόρρητο το υλικό από την εξεταστική επιτροπή για το Φάκελο της Κύπρου. Μόνο όταν επιτραπεί η πρόσβαση στο αρχείο της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου θα καταρρεύσουν οι μύθοι για τις αφορμές και τις αιτίες της κυπριακής τραγωδίας. Μέχρι τότε, θα έχουμε το ελεύθερο να επιρρίπτουμε συλλήβδην τις ευθύνες στους ξένους... *

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα, η αμερικανική τύφλωση.


Η Ελλάδα και η αμερικανική τύφλωση
Οι μοιραίες παρεμβάσεις των ΗΠΑ από το ΄63 έως τη χούντα και την Κύπρο
Του ΗΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 3 Ιουλίου 2010 στα ΝΕΑ

Προετοιμάζοντας την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1999, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον είχε παραδεχθεί με δηλώσεις του πως «όταν η χούντα ανέλαβε τον έλεγχο (της χώρας) οι ΗΠΑ επέτρεψαν στα ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα να υπερισχύσουν του συμφέροντος- ή μάλλον της υποχρέωσής τους- να υποστηρίξουν τη δημοκρατία».

Ηταν η πρώτη φορά, 25 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, που οι ΗΠΑ αποδέχονταν επίσημα έστω και ένα περιορισμένο μερίδιο ευθύνης για τον ρόλο τους στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄60. Παραδοχή που παρέμενε πάντως στα όρια του αυτονόητου, αφού απλώς αναγνώριζε την αγαστή και χωρίς ταλαντεύσεις συνεργασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ με το δικτατορικό καθεστώς. Ενας έμμεσος τρόπος ώστε να παρακαμφθούν τα πιο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ενεργό ανάμειξη των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική, τον ρόλο τους στην πολιτική κρίση του 1965-67, καθώς και στην τραγωδία της Κύπρου. Πρόκειται για την ερμηνευτική εκδοχή της «αποχής», σύμφωνα με την οποία η αδιατάρακτη συνεργασία της Ουάσιγκτον με αυταρχικά καθεστώτα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου προέκυψε ως «αναγκαίο κακό», καταδικαστέο βέβαια με βάση τις σημερινές αντιλήψεις, αλλά πάντως ερμηνεύσιμο με όρους ρεαλιστικής πολιτικής.

Με την εκδοχή αυτή της «αποχής» την οποία προωθούν και οι επίσημες αμερικανικές δημοσιεύσεις διαλέγεται το βιβλίο της Αριστοτελίας Πελώνη «Ιδεολογία κατά ρεαλισμού. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα 1963-1976» από τις Εκδόσεις Πόλις.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζει την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα σε τρία διακριτά επίπεδα- το συστημικό, το κρατικό και το ατομικό- χρησιμοποιώντας, εκτός από τις δημοσιευμένες πηγές, το εξαιρετικά ενδιαφέρον αρχείο προφορικών συνεντεύξεων (Οral Ηistories Collection του ΑDSΤ) με αμερικανούς διπλωμάτες που υπηρέτησαν στην Αθήνα, τη Λευκωσία και την Αγκυρα ή στις αντίστοιχες διευθύνσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι, ενώ σε συστημικό επίπεδο η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα εμφανίζεται ως «ρεαλιστική» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η εφαρμογή της στην πράξη όχι μόνον προκάλεσε μια διπλή τραγωδία σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και έβλαψε τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα, προκαλώντας και εμπεδώνοντας έναν αντιαμερικανισμό που διατηρείται σταθερά μέχρι σήμερα. Η αντιμετώπιση της Ελλάδας κατά τη δεκαετία 1965-1974 με τις μυωπικές αγκυλώσεις του εμφυλίου πολέμου και των αρχών της δεκαετίας του ΄50- όταν ο αμερικανός πρέσβης Πιουριφόι παρενέβαινε χυδαιότατα στην εσωτερική πολιτική- μετέτρεψε μια δήθεν ορθολογική επιλογή σε ανορθολογικό αταβισμό.
Μελετώντας μάλιστα και το ατομικό επίπεδο η συγγραφέας αναδεικνύει την απόλυτη ανεπάρκεια του αμερικανικού διπλωματικού προσωπικού, το οποίο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) λειτουργούσε με «γνωστικές προδιαθέσεις» (στην πράξη παρωπίδες) που το εμπόδιζαν να αντιληφθεί τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμετώπιζαν την Ελλάδα με τα στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών, τους έλληνες πολιτικούς με την αλαζονεία της υπερδύναμης και αρνούνταν να καταβάλουν την παραμικρή διανοητική προσπάθεια ώστε να κατανοήσουν τις αλλαγές που είχαν σημειωθεί. Μοιραίοι άνθρωποι, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες, βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μια δεκαετία. Η φανατισμένη αντιπαλότητα με τον Γεώργιο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, που τεκμηριώνεται αναλυτικά στο βιβλίο (σελ. 193-272), αποτελεί το πιο κραυγαλέο παράδειγμα.

Ανεπαρκείς διπλωμάτες, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μία δεκαετία

«Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα»

Η άνοδος τον Νοέμβριο του 1963 της Ενωσης Κέντρου (Ε.Κ.) στην εξουσία, ύστερα από 11 χρόνια δεξιάς κυριαρχίας, μπορεί να βρισκόταν σε συνάφεια με τις ευρύτερες επιλογές της προεδρίας Κέννεντυ στις ΗΠΑ, κατέλαβε όμως εξ απροόπτου την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, οι προεκλογικές αναφορές της οποίας προέβλεπαν άνετη επικράτηση του Κων. Καραμανλή.
Οι πυκνές εξελίξεις που ακολούθησαν μέσα σε λίγους μήνες- δολοφονία Κέννεντυ, αποχώρηση Καραμανλή από την πολιτική, θάνατοι του Σοφοκλή Βενιζέλου και του βασιλιά Παύλου, εκλογικός θρίαμβος του Γεωργίου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1964 και είσοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην πολιτική- υπονόμευσαν τις έως τότε σταθερές με τις οποίες λειτουργούσαν οι διπλωματικές και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα.
Η κυπριακή κρίση που ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 1963, το συνακόλουθο ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και η αμερικανική μεσολαβητική παρέμβαση αποτέλεσαν το πεδίο όπου καταγράφηκε η πρώτη σύγκρουση της νέας αμερικανικής πολιτικής (υπό τον πρόεδρο Τζόνσον πλέον) με τους δύο Παπανδρέου, καθώς και με τον Μακάριο.

Από τον Ατσεσον... Την αμερικανική μεσολάβηση ανέλαβε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον με εμπειρία της περιοχής, καθώς είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξαγγελία το 1947 του δόγματος Τρούμαν, γεγονός που καθόριζε όμως και τις «γνωστικές προδιαθέσεις» του. Για τον Ατσεσον ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ένας «ξεμωραμένος» και «φλύαρος» γέρος τον οποίο επηρέαζε ο γιος του.
Αντίστοιχα όμως και ο Αν. Παπανδρέου, διαμορφωμένος με αναφορές στην (αντίπαλη προς τον Ατσεσον) ριζοσπαστική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, αναφέρει γι΄ αυτόν πως «δεν έκρυβε την υπερβολική του αυταρέσκεια που έφτανε τα όρια του ναρκισσισμού», ενώ «τα συμπτώματα του γεροντικού ξεμωράματος ήσαν αδιάψευστα».
Η στάση που υιοθέτησε, λίγα χρόνια αργότερα, ο Ατσεσον υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή την κυβέρνηση Τζόνσον, μάλλον δικαιώνει την κρίση του Ανδρέα Παπανδρέου. Αρθρογραφώντας στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο Ατσεσον ανέφερε ότι οι Ελληνες «τόσο οι αρχαίοι όσο και οι σύγχρονοι παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα όποτε πειραματίζονταν με μη αυταρχική εξουσία». Και προσέθετε: «Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος» (σελ. 223-224).

Από τα τέλη του 1964 και μετά ο Α. Παπανδρέου αναγορεύτηκε στον υπ΄ αριθμόν ένα εχθρό για τους αμερικανούς διπλωμάτες που ασχολούνταν με την Ελλάδα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ετοίμασε ειδική ψυχαναλυτική μελέτη για την «παρανοϊκή προσωπικότητα» του Ανδρέα, ενώ ο επιτετραμμένος (και επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας στη διάρκεια των Ιουλιανών) Νorbert Αnschutz τον χαρακτήριζε «φιλόδοξο, ανήθικο και συναισθηματικά ασταθή». Συμπλήρωνε μάλιστα πως αν ο Αν. Παπανδρέου κέρδιζε την εξουσία «θα έβγαζε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και θα στρεφόταν προς το σοβιετικό μπλοκ» (σελ. 204), εικασία με την οποία ο Αnschutz προφανώς δικαιολογούσε την άμεση εμπλοκή του στην αποστασία και την εξαγορά βουλευτών.

Η δαιμονοποίηση του Α. Παπανδρέου την περίοδο που ακολούθησε την αποστασία προσέλαβε υστερικές διαστάσεις και τον Ιανουάριο του 1967 ο αμερικανός πρέσβης Φιλίπ Τάλμποτ ζήτησε από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ να οργανώσει η CΙΑ ειδική επιχείρηση για να περιοριστεί η επιρροή του Α. Παπανδρέου σε περίπτωση εκλογών. Το αίτημα απορρίφθηκε γιατί προφανώς κρίθηκε πως η μόνη αποτελεσματική επιχείρηση ήταν η ματαίωση των εκλογών και η κήρυξη δικτατορίας.
Και όταν αυτό πράγματι συνέβη, ο Τάλμποτ (παρ΄ όλο που από άλλους το περίμενε και άλλοι του προέκυψαν) δεν δίστασε να εκφράσει την ικανοποίησή του. «Η αποτυχία του πραξικοπήματος θα αποτελούσε περιέργως ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή» έγραφε στις 23 Απριλίου σημειώνοντας ότι οι πραξικοπηματίες ανέλαβαν «να εξαγνίσουν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας». Και ύστερα από τρεις εβδομάδες διέκρινε ένα «αίσθημα ανακούφισης σε όλη την Ελλάδα» για το «δημοφιλές καθεστώς» που είχε επιβάλει η χούντα (σελ. 212-217).

...στον Νίξον. Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, τον θλιβερότερο πρόεδρο των ΗΠΑ κατά τον 20ό αιώνα. Ηδη τον Μάρτιο του 1969 ο Νίξον και ο Κίσινγκερ δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον Στ. Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!). Ακολούθησε η πλήρης αποκατάσταση της στρατιωτικής συνεργασίας και η τοποθέτηση τον Ιανουάριο του 1970, ως πρεσβευτή στην Αθήνα του (ανοιχτά φιλοχουντικού) Ηenry Τasca, ο οποίος αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τομ Πάππας (σελ. 238-239). Ο Τasca αντιμετώπιζε ως νόμιμη κυβέρνηση ακόμη και τα ανδρείκελα του Ιωαννίδη, ενώ ο ευθύνες του για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου (με τις πράξεις αλλά και με τις παραλείψεις του) είναι τεράστιες.

Αλλά και ο επόμενος πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο Jack Κubisch ο οποίος αντικατέστησε τον Τasca που απομακρύνθηκε κακήν κακώς μετά την πτώση της δικτατορίας, δεν διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευθυκρισία του.
Θεωρούσε πως ο Αν. Παπανδρέου ήταν ο «αντιπαθέστερος Ελληνας μετά τον Ιωαννίδη και τον Παπαδόπουλο» και σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Νοεμβρίου 1974 υποστήριζε ότι ο Αν. Παπανδρέου «έχει γίνει πολιτικός εξόριστος στην ίδια του την πατρίδα» (σελ. 215). Η αμερικανική τύφλωση σε όλο της το μεγαλείο.

Οι σιωπές των αρχείων

Η δήλωση του προέδρου Κλίντον, το 1999, που θεωρήθηκε η έμμεση «συγγνώμη» για την πολιτική που ακολούθησαν οι ΗΠΑ απέναντι στη χούντα, προσέφερε επίσης και το ερμηνευτικό πλαίσιο για τις σχετικές επιλογές (τα «ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα»). Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν στη συνέχεια και οι επίσημες (και σαφώς επιλεκτικές) δημοσιεύσεις αμερικανικών διπλωματικών εγγράφων (FRUS), αρχικά για την περίοδο 1964- 1968 και σχετικώς πρόσφατα για την περίοδο 1969-1976. Παρουσιάζουν αναλυτικά την επίσημη αμερικανική πολιτική, επιχειρώντας να περιχαρακώσουν τις ευθύνες της αποκλειστικά και μόνο στη διακρατική συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς, παρακάμπτοντας και υποβαθμίζοντας άλλες ουσιαστικότατες όψεις της.

Οπως όμως είναι πλέον πολλαπλά τεκμηριωμένο, ο σταθμός της CΙΑ και η επίσημη αμερικανική διπλωματική αποστολή στην Αθήνα λειτουργούσαν ως δυο παράλληλες «πρεσβείες» με κατά περίπτωση εναλλασσόμενη πρωτοκαθεδρία.

Είναι π.χ. γνωστό ότι η CΙΑ διέθετε πλήρη ενημέρωση για τις κινήσεις της χούντας πριν από τις 21 Απριλίου, αλλά η τελευταία γνωστή ενημέρωση προς τον αρμόδιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1966. Εκτοτε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του Χαρ. Λαγουδάκη, ακολούθησε σιωπή. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι επί τέσσερις μήνες ο σταθμός της CΙΑ στην Αθήνα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Ομως τα αντίστοιχα αρχεία παραμένουν ερμητικά κλειστά. Γιατί προφανώς μόνον έτσι ο (πραγματικός) αιφνιδιασμός της αμερικανικής πρεσβείας στις 21 Απριλίου μπορεί να εκληφθεί ως η μόνη αμερικανική αντίδραση στο πραξικόπημα.

Αντίστοιχες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για την αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Κύπρου, όσον αφορά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Παρ΄ όλο που στο ζήτημα αυτό οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει υποδεικνύουν την ενεργό παρέμβαση της CΙΑ (στην οποία ο αμερικανός πρεσβευτής είχε εκχωρήσει τις επαφές με τον Ιωαννίδη) και πάλι τα σχετικά αρχεία παραμένουν κλειστά.

Δυστυχώς όμως οι προηγούμενες επισημάνσεις για επιλεκτική δημοσιοποίηση των πηγών θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ειρωνεία και υπεροψία από τους υπευθύνους των αμερικανικών αρχείων. Αυτοί τουλάχιστον έχουν δώσει στη δημοσιότητα έναν μεγάλο όγκο εγγράφων και έχουν συλλέξει πλήθος προφορικών μαρτυριών, τη στιγμή που τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών παραμένουν κλειστά και ο φάκελος της Κύπρου ύστερα από 35 χρόνια, επτασφράγιστο μυστικό.

Υπέρ της χούντας

Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, που τον Μάρτιο του 1969 μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ (δεξιά στη φωτό) δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον χουντικό αντιπρόεδρο Στυλιανό Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!)

Κατά των Παπανδρέου

«Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος», έγραψε στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον, υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή και την κυβέρνηση Τζόνσον

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Μέτωπο κατά φημών ή Μηχανές που δούλευαν νύχτα και το καράβι με το ειδικό χαρτί;







Οι παλιοέλληνες μου χτυπήσανε το παιδί.






Δηλαδή γυρνάμε στη δραχμή;



Πιο πίσω! Στα γρόσια!



Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Εδώ έχω ράματα για τις γούνες σας, λαμόγια

ΘΑ ΣΑΣ ΞΕΠΟΥΠΟΥΛΙΑΣΩ ... ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ, όποιος αντέξει άντεξε, οι άλλοι στον Καιάδα.